Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΒΟΤΑΝ



«ΒΟΤΑΝ»

του Καρλ Γκούσταφ Γιούνγκ

(από το περιοδικό Neu Schweizer Rundschau – III Μάρτιος 1936, σελίδες 657-69)

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

«Στην Γερμανία θ’ αναδυθούν κάποιες αιρέσεις, προσεγγίζοντας πολύ κοντά τον ευτυχισμένο παγανισμό. Με την καρδιά σαγηνευμένη και με λίγα κλοπιμαία δώρα, θ΄ ανοίξει η πύλη για να πληρωθεί ο αληθινός φόρος της δεκάτης».

Προφητείες του Νοστραδάμου, 1555



Όταν κοιτάζουμε προς τα πίσω, στα χρόνια πριν το 1914, διαπιστώνουμε ότι τώρα ζούμε σ’ έναν κόσμο ενδεχομένων τα οποία θα ήταν ασύλληπτα πριν τον πόλεμο. Επιπλέον, είχαμε αρχίσει να θεωρούμε τον πόλεμο μεταξύ πολιτισμένων εθνών ως ένα μύθο, σκεπτόμενοι πως ένας τέτοιος παραλογισμός θα γινόταν ολοένα και πιο απίθανος στον λογικό, διεθνώς οργανωμένο κόσμο μας. Κι αυτό που προέκυψε μετά τον πόλεμο ήταν μια γνήσια σύναξη μαγισσών.


Παντού αλλόκοτες επαναστάσεις, βίαιες τροποποιήσεις του χάρτη, επιστροφές σε μεσαιωνικά ή ακόμα κι αρχαϊκά πρότυπα στην πολιτική, ολοκληρωτικά κράτη τα οποία καταβρόχθισαν τους γείτονες τους και ξεπέρασαν όλες τις προηγούμενες θεοκρατίες με τους απολυταρχικούς τους ισχυρισμούς, διωγμοί των Χριστιανών και των Ιουδαίων, μαζική πολιτική δολοφονία και τελικά καταστήκαμε μάρτυρες μιας αστόχαστης πειρατικής επιδρομής σ’ έναν ειρηνικό ημιπολιτισμένο λαό.


Με τέτοια καμώματα μέσα στον αχανή κόσμο, δεν είναι καθόλου απροσδόκητο το ότι, σε μία μικρότερη κλίμακα, θα πρέπει να υφίστανται εξίσου περίεργες εκδηλώσεις σε άλλες σφαίρες. Στη σφαίρα της φιλοσοφίας, θα πρέπει να περιμένουμε κάποια χρόνια πριν μπορέσει κάποιος να εκτιμήσει το είδος της εποχής που ζούμε. Όμως, στην σφαίρα της θρησκείας μπορούμε να δούμε με μιας πως έχουν επισυμβεί κάποια πολύ σημαντικά πράγματα. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει πως στην Ρωσία οι πολύχρωμες λάμψεις της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχουν ξεπεραστεί από το «Κίνημα των Αθέων»[1] - πραγματικά, κάποιος ανάσαινε μ’ έναν στεναγμό ανακούφισης όταν ξεπρόβαλε από την αχλύ μιας Ορθόδοξης Εκκλησίας με την πληθώρα των λύχνων της κι εισερχόταν σ’ ένα άδολο τέμενος, όπου η θεσπέσια κι αόρατη πανταχού παρουσία του Θεού δεν ήταν φορτωμένη από μία περίσσεια ιερών παραφερναλίων. Όμως οσοδήποτε χαμηλό, ακαλαίσθητα κι αξιολύπητα βλακώδες κι οικτρό κι αν είναι το πνευματικό επίπεδό της «επιστημονικής» αντίδρασης, ήταν αναπόφευκτο πως μία μέρα θα ανέτελλε στην Ρωσία ο «επιστημονικός» διαφωτισμός του 19ου αιώνα.


Αλλ’ αυτό που είναι πράγματι περισσότερο από αξιοπερίεργο – κι ως ένα βαθμό ερεθιστικό – είναι το ότι θ’ αφυπνιζόταν ένας αρχαίος θεός της θύελλας και της φρενίτιδας, ο επί μακρόν αδρανής Βόταν, σαν ένα σβησμένο ηφαίστειο σε νέα δραστηριότητα, σε μία πολιτισμένη χώρα η οποία είχε υποτεθεί πως ξεπέρασε τον Μεσαίωνα από πολύ καιρό. Τον είδαμε να ζωντανεύει στο «Κίνημα της Γερμανικής Νεολαίας» κι απαρχής χύθηκε το αίμα πολλών προβάτων προς τιμήν της ανάστασής του. Ξανθοί νεαροί κι επίσης μερικές φορές νεαρές, οπλισμένοι με ταξιδιωτικό σακίδιο και λαγούτο, εμφανιζόντουσαν σαν ακάματοι περιηγητές σε κάθε δρόμο, από το Βόρειο Ακρωτήριο έως την Σικελία, πιστοί λάτρεις του περιηγητή Θεού. Αργότερα, προς το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, ο περιηγητικός ρόλος αναλήφθηκε από χιλιάδες ανέργους, που μπορούσες να τους συναντήσεις παντού στα άσκοπα ταξίδια τους. Μετά το 1933 δεν περιπλανιόντουσαν πλέον, αλλά παρήλαυναν σ’ εκατοντάδες χιλιάδες. Το χιτλερικό κίνημα κυριολεκτικά έστησε στα πόδια της ολόκληρη την Γερμανία, από πεντάχρονα παιδιά έως βετεράνους, και παρήγαγε ένα θέαμα ενός έθνους που μεταναστεύει από το ένα μέρος στο άλλο. Κινιόταν ο Βόταν ο περιηγητής. Μπορούσες να τον δεις σ’ έναν οίκο συνάθροισης μιας απλοϊκής λαϊκής αίρεσης στην Βόρεια Γερμανία, να δείχνει μάλλον ντροπιασμένος, μεταμφιεσμένος ως Χριστός που ίππευε ένα λευκό άλογο. Δεν γνωρίζω αν αυτοί οι άνθρωποι είχαν επίγνωση της αρχαίας σύνδεσης του Βόταν με τις μορφές του Χριστού και του Διονύσου, αλλά δεν είναι πολύ πιθανό.


Ο Βόταν είναι ένας ακάματος περιηγητής, ο οποίος δημιουργεί αναταραχή και προκαλεί διαμάχη - πότε εδώ πότε εκεί - κι εξασκεί μαγεία. Σύντομα μετατράπηκε από τον Χριστιανισμό σε Διάβολο κι επέζησε μονάχα στις ξέθωρες τοπικές παραδόσεις, ως ένας απόκοσμος κυνηγός που τον έβλεπαν μαζί με τη συνοδεία του να τρεμοφέγγει σαν φωταψία των βάλτων μέσα στην θυελλώδη νύχτα. Στον Μεσαίωνα τον ρόλο του ακάματου περιηγητή ανέλαβε ο Αχασβήρος, ο «περιπλανώμενος Ιουδαίος», που είναι Χριστιανικός κι όχι Ιουδαϊκός θρύλος. Το στοιχείο του περιηγητή που δεν αποδέχτηκε τον Χριστό προβλήθηκε στους Ιουδαίους, με τον ίδιο τρόπο όπως πάντοτε επανευρίσκουμε τ’ ασυνείδητα ψυχικά μας περιεχόμενα σ’ άλλους ανθρώπους. Όπως και να ‘χει, η σύμπτωση του αντισημιτισμού με την επαναφύπνιση του Βόταν είναι μια λεπτή ψυχολογική απόχρωση που ίσως αξίζει ν’ αναφέρουμε.


Οι Γερμανοί νέοι οι οποίοι γιόρταζαν το ηλιοστάσιο με θυσίες προβάτων δεν ήσαν οι πρώτοι που άκουσαν το θρόισμα στο αρχέγονο δάσος του ασυνειδήτου. Είχαν προηγηθεί οι Νίτσε, Σούλερ, Στέφαν Γκεόργκε και Λούντβιχ Κλάγγες. Η λογοτεχνική παράδοση της Ρηνανίας και της υπαίθρου νότια του Μάϊν έχει μια κλασσική σφραγίδα από την οποία δεν μπορεί ν’ απαλλαχθεί εύκολα. Κάθε ερμηνεία μέθης κι έξαψης τείνει να αναχθεί σε κλασσικά πρότυπα, στον Διόνυσο, στον αιώνιο παίδα (puer aeternus)και στον κοσμογονικό Έρωτα. Αναμφίβολα, ακούγεται καλύτερα στα «ακαδημαϊκά ώτα» να ερμηνεύονται αυτά τα πράγματα ως Διόνυσος, όμως ο Βόταν θα μπορούσε να είναι μια σωστότερη ερμηνεία. Είν’ ο Θεός της θύελλας και της φρενίτιδας, ο εξαπολυτής των παθών και του πόθου για την μάχη. Επιπλέον είναι ένας υπέρτατος μάγος και καλλιτέχνης στην ψευδαίσθηση, ο οποίος είναι εντριβής σε όλα τα μυστικά απόκρυφης φύσης.


Η περίπτωση του Νίτσε είναι βεβαίως ιδιάζουσα. Δεν είχε καμία γνώση της γερμανικής λογοτεχνίας. Αυτός ανακάλυψε τον «πολιτιστικό Φιλισταίο», η δε αναγγελία ότι «ο Θεός πέθανε» οδήγησε στη συνάντηση του Ζαρατούστρα μ’ έναν άγνωστο Θεό σ’ απρόσμενη μορφή, ο οποίος τον προσέγγισε κάποιες φορές ως ένας εχθρός και κάποιες φορές μεταμφιεσμένος ως ο ίδιος ο Ζαρατούστρα. Ο Ζαρατούστρα ήταν επίσης μάντης, μάγος κι ο άνεμος της θύελλας:

«Και σαν άνεμος θάρθω να πνεύσω ανάμεσά τους και με το πνεύμα μου θ’ αρπάξω την ανάσα του πνεύματός τους! Έτσι το θέλει το μέλλον μου.


Αλήθεια, ο Ζαρατούστρα είναι ένας ισχυρός άνεμος για όλους εκείνους που είναι χαμηλοί. Κι αυτήν την συμβουλή δίνει στους εχθρούς του και σ’ όλους που φτύνουν και ξερνούν: “Φυλαχθείτε από το φτύσιμο ενάντια στον άνεμο”».


Κι όταν ο Ζαρατούστρα ονειρεύθηκε πως ήταν ο φύλακας των τάφων στο «μοναχικό βουνίσιο δάσος του θανάτου» και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια ν’ ανοίξει τις πύλες, ξαφνικά:

«Ένας βουερός άνεμος κατακομμάτιασε τις πύλες. Σφυρίζοντας και μοιρολογώντας, έριξε μπρος μου ένα μαύρο φέρετρο. Κι ανάμεσα στην βουή και στο σφύριγμα και στ’ ουρλιαχτό, το φέρετρο έσκασε και τίναξε έναν πίδακα από χιλιάδες ηχηρά ξεσπάσματα γέλιου».

Ο ακόλουθος που ερμήνευσε το όνειρο, είπε στον Ζαρατούστρα:

«Συ ο ίδιος δεν είσαι ο άνεμος με το στριγκό σφύριγμα που θραύει τις πύλες του κάστρου του θανάτου;


Συ ο ίδιος δεν είσαι το φέρετρο γεμάτο με χαρωπή κακία της ζωής κι αγγελικούς μορφασμούς;».


Στα 1863 ή 1864, στο ποίημά του «Στον άγνωστο Θεό», ο Νίτσε είχε γράψει:

«……Σίγουρα θα σε γνωρίσω Άγνωστε
που ξεψαχνίζεις τα βάθη της ψυχής μου
και πνέεις μέσα στην ζωή μου σαν θύελλα,
άπιαστος κι όμως συγγενής μου!
Σίγουρα θα σε γνωρίσω και θα σε υπηρετήσω».

Είκοσι χρόνια αργότερα στο «Τραγούδι του Μαΐστρου» του έγραψε:

«Μαΐστρο, διώχτη των νεφών.
Φονιά του μισοσκόταδου, σαρωτή των ουρανών.
Οργισμένε άνεμε της θύελλας, πόσο σ’ αγαπώ!
Δεν είμαστε κι οι δυό μας οι πρώτοι καρποί της ίδιας μήτρας, για πάντα προκαθορισμένοι στο ίδιο πεπρωμένο;».

Στον διθύραμβο γνωστό, ως ο «Θρήνος της Αριάδνης», ο Νίτσε είναι ολότελα το θύμα του κυνηγού Θεού:

«Τεντωμένος, ανατριχιάζοντας,
σαν ένα μισοπεθαμένο πράγμα που τα πόδια του ζεστάθηκαν.
Κλονισμένος από άγνωστους πυρετούς,
ριγώντας με βέλη ψυχρής παγωνιάς που διατρυπούν,
κυνηγημένος από σένα, ω σκέψη.
Ανείπωτη! Συγκαλυμμένη! Φρικτή!
Εσύ κυνηγέ πίσω από τα σύννεφα.
Το χλευαστικό σου μάτι που μ’ ατενίζει απ’ το σκοτάδι!
Χτυπημένον από τον αστραφτερό σου κεραυνό.
Γι’ αυτό ψεύδομαι.
Σπαρταρώντας, στρεβλωμένος, βασανισμένος
Μ’ όλα τα αιώνια βάσανα.
Πληγμένος από σένα, άσπλαχνε κυνηγέ, Εσένα άγνωστε – Θεέ!».


Αυτή η αξιοσημείωτη εικόνα του κυνηγού Θεού δεν είναι μια απλή διθυραμβική μορφή λόγου, αλλά βασίζεται σε μιαν εμπειρία που είχε ο Νίτσε, όταν ήταν 15 ετών, στην Πφόρτα. Περιγράφεται σ’ ένα βιβλίο από την αδελφή του Νίτσε, την Ελίζαμπετ Φέρστερ-Νίτσε. Καθώς περιπλανιόταν σ’ ένα μισοσκότεινο δάσος την νύχτα, τρομοκρατήθηκε από μια «στριγκλιά που πάγωνε το αίμα από ένα γειτονικό άσυλο ψυχοπαθών» κι αμέσως κατόπιν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν κυνηγό που «τα χαρακτηριστικά του ήσαν άγρια κι αλλόκοτα». Βάζοντας την σφυρίχτρα του στα χείλη, «σε μια κοιλάδα τριγυρισμένη από άγρια λαγκαδιά», ο κυνηγός «φύσηξε ένα τόσο διαπεραστικό σφύριγμα» που ο Νίτσε έχασε τις αισθήσεις του, αλλά ξανασυνήλθε στην Πφόρτα. Ήταν ένας εφιάλτης. Είναι σημαντικό ότι, στ’ όνειρό του ο Νίτσε, που στην πραγματικότητα είχε πρόθεση να πάει στο Αϊσλέμπεν - στην πόλη του Λούθηρου, συζήτησε με τον κυνηγό το ζήτημα να πάει στο «Τόϋτσενταλ» («Κοιλάδα των Γερμανών») αντί εκεί. Κάποιος που διαθέτει αυτιά δεν μπορεί να παρερμηνεύσει το διαπεραστικό σφύριγμα του Θεού της θύελλας στο νυχτερινό δάσος.


Ήταν μονάχα ο κλασσικός φιλόλογος μέσα στον Νίτσε που τον οδήγησε στον Θεό με το όνομα Διόνυσος αντί για τον Βόταν ή μήπως αυτό οφειλόταν στην μοιραία του συνάντηση με τον Βάγκνερ;


Στο βιβλίο του «Αυτοκρατορία δίχως χώρο», που πρωτοεκδόθηκε στα 1919, ο Μπρούνο Γκετς είδε, με την μορφή ενός πολύ περίεργου οράματος, το μυστικό των επερχομένων γεγονότων στην Γερμανία. Δεν ξέχασα ποτέ αυτό το μικρό βιβλίο, γιατί τότε μ’ εξέπληξε σαν μια μετεωρολογική πρόβλεψη του γερμανικού καιρού. Προλέγει την σύγκρουση μεταξύ της σφαίρας των ιδεών και της ζωής, ανάμεσα στην διττή φύση του Βόταν, ως ενός Θεού της θύελλας κι ενός Θεού των μυστικών στοχασμών. Ο Βόταν εξαφανίστηκε όταν κατέπεσαν οι βαλανιδιές του και ξαναεμφανίστηκε όταν ο χριστιανικός Θεός αποδείχθηκε πολύ αδύναμος για να σώσει την χριστιανοσύνη από την αδελφοκτόνο σφαγή. Ενώ ο Άγιος Πατέρας στην Ρώμη μπορούσε μονάχα να θρηνεί ανίκανα μπροστά στον Θεό για το πεπρωμένο της «χωριστής αγέλης» (grex segregatus), ο μονόφθαλμος γερο-κυνηγός, στην παρυφή του γερμανικού δάσους, γέλασε και σέλωσε τον Σλάϊπνιρ.


Πάντα είμαστε πεπεισμένοι πως ο σύγχρονος κόσμος είναι ένας λογικός κόσμος, βασίζοντας την άποψη μας αυτή σε οικονομικούς, πολιτικούς και ψυχολογικούς παράγοντες. Όμως αν για μια στιγμή μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως ζούμε στο σωτήριο έτος 1936, αφήνοντας κατά μέρος την τόσο ανθρώπινη, καλόγνωμη λογικότητά μας, αν μπορούσαμε να φορτώσουμε την ευθύνη για τα τρέχοντα συμβάντα στον Θεό ή στους Θεούς, αντί στον άνθρωπο, θα βρίσκαμε τον Βόταν αρκετά βολικό ως μιαν απρόβλεπτη υπόθεση. Ουσιαστικά, αποτολμώ την αιρετική υπόδειξη πως τ’ απύθμενα βάθη του χαρακτήρα του Βόταν εξηγούν περισσότερα από τον Εθνικοσοσιαλισμό, απ’ ότι κι οι τρεις λογικοί παράγοντες βαλμένοι μαζί. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καθένας απ’ αυτούς τους παράγοντες εξηγεί μια σημαντική πλευρά αυτού που συμβαίνει στην Γερμανία, όμως ο Βόταν εξηγεί ακόμα περισσότερα. Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός όσον αφορά σ’ ένα γενικό φαινόμενο, το οποίο είναι τόσο παράδοξο για τον οιονδήποτε δεν είναι Γερμανός, ώστε παραμένει ακατανόητο, έστω και μετά από βαθύτατο στοχασμό.


Ίσως μπορούμε να συνοψίσουμε αυτό το γενικό φαινόμενο ως «Αρπαξιμότητα», μια κατάσταση του να κατέχεσαι, να έχεις καταληφθεί. Ο όρος δεν συνεπάγεται μόνον έναν διαρπαγέντα (έναν που κατέχεται) αλλά επίσης έναν άρπαγα (έναν που διαρπάζει). Ο Βόταν είναι ένας «Άρπαγας» ανθρώπων κι –εκτός αν κάποιος επιθυμεί να θεοποιήσει τον Χίτλερ, πράγμα που πρακτικά έχει στ’ αλήθεια συμβεί - είναι πραγματικά η μόνη εξήγηση. Είναι αλήθεια πως ο Βόταν μοιράζεται αυτήν την ποιότητα με τον εξάδελφο του Διόνυσο, όμως ο Διόνυσος φαίνεται πως είχε εξασκήσει την επιρροή του κυρίως στις γυναίκες. Οι μαινάδες ήσαν ένα είδος θηλυκών εφοδιτών και σύμφωνα με τις μυθικές αναφορές ήσαν αρκετά επικίνδυνες. Ο Βόταν αρκέστηκε στους μπερσέκους, που βρήκαν την εκπλήρωση της αποστολής τους ως οι «Μελανοχίτωνες» μυθικών βασιλέων.


Ένας νους που είναι ακόμη παιδικός, εννοεί τους θεούς ως μεταφυσικές οντότητες οι οποίες υφίστανται αυτοδίκαια ή αλλιώς τους θεωρεί ως παιχνιδιάρικες ή δεισιδαιμονικές εφευρέσεις. Από οποιαδήποτε άποψη, η παράλληλος μεταξύ του αναγεννημένου Βόταν και της κοινωνικής, πολιτικής και ψυχικής θύελλας που συγκλονίζει την Γερμανία, θα μπορούσε να έχει τουλάχιστον την αξία αλληγορίας. Όμως, μιας κι οι θεοί είναι δίχως αμφιβολία προσωποποιήσεις ψυχικών δυνάμεων, το να βεβαιωθεί η μεταφυσική τους ύπαρξη είναι μια διανοητική εικασία, τόσο όσο κι η γνώμη πως κάποτε μπόρεσαν να εφευρεθούν. Όχι ότι οι «ψυχικές δυνάμεις» σχετίζονται σε κάτι με τον συνειδητό νου, κατά πως χαιρόμαστε να παίζουμε με την ιδέα ότι συνείδηση και ψυχή είναι ταυτόσημες. Αυτό αποτελεί μόνον ένα άλλο τμήμα διανοητικής εικασίας. Οι «ψυχικές δυνάμεις» σχετίζονται πολύ περισσότερο με την σφαίρα του ασυνείδητου. Η μανία μας για λογικές εξηγήσεις έχει προφανώς τις ρίζες της στον φόβο μας για την μεταφυσική, γιατί οι δυο τους (λογική εξήγηση-μεταφυσική) ήταν πάντοτε εχθρικά αδέλφια. Συνεπώς οτιδήποτε απρόσμενο το οποίο μας προσεγγίζει από την σκοτεινή σφαίρα θεωρείται είτε ως έξωθεν προερχόμενο κι άρα πραγματικό, είτε ως παραίσθηση κι άρα μη αληθινό. Η ιδέα πως οτιδήποτε το οποίο δεν προέρχεται έξωθεν μπορεί να είναι πραγματικό ή αληθινό, ελάχιστα ξεκίνησε ν’ αναδύεται στον σύγχρονο άνθρωπο.


Προς χάρη καλύτερης κατανόησης και για ν’ αποφύγουμε την προκατάληψη, θα μπορούσαμε βέβαια ν’ απαλλαγούμε από το όνομα «Βόταν» κι αντί γι’ αυτό να μιλάμε για την τευτονική φρενήρη οργή (Furor Teutonicus). Όμως θα λέγαμε το ίδιο πράγμα και μάλιστα όχι επακριβώς, καθώς η οργή στην περίπτωση αυτήν είναι μια απλή ψυχολογικοποίηση του Βόταν και δεν μας λέει τίποτα περισσότερο απ’ το ότι οι Γερμανοί βρίσκονται σε μια κατάσταση μένους, παράφορης οργής. Έτσι χάνουμε την άποψη του πιο ιδιαίτερου χαρακτηριστικού ολόκληρου αυτού του φαινομένου, δηλαδή την δραματική διάσταση του Άρπαγα και του Διαρπαγμένου. Το εντυπωσιακό πράγμα σχετικά με το γερμανικό φαινόμενο είναι το ότι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει φανερά «καταληφθεί», συμπαρέσυρε ένα ολόκληρο έθνος, σε τέτοια έκταση που το κάθε τι τέθηκε σε κίνηση κι άρχισε να κυλά στην πορεία του προς τον χαμό.


Μου φαίνεται ότι ο Βόταν ως μια υπόθεση επιτυγχάνει τον σκοπό του. Κατά τα φαινόμενα, μόνο κοιμόταν στο όρος Κιφχόϋζερ ώσπου τον κάλεσαν οι κόρακες και του ανήγγειλαν την χαραυγή. Είναι μια θεμελιώδης ιδιότητα της γερμανικής ψυχής, ένας ανορθολογικός ψυχικός παράγοντας, ο οποίος αντιδρά σαν κυκλώνας στην ψηλή πίεση του πολιτισμού και τον διασκορπίζει. Παρά την μονομανία τους οι λάτρεις του Βόταν φαίνεται πως έκριναν τα πράγματα πιο σωστά απ’ ότι οι λάτρεις της λογικής. Κατά τα φαινόμενα, ο καθένας είχε λησμονήσει ότι ο Βόταν είναι ένα γερμανικό σημείο αναφοράς πρωταρχικής σημασίας, η βέβαιη έκφραση κι αξεπέραστη προσωποποίηση μιας θεμελιώδους ποιότητας, η οποία είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική των Γερμανών. Ο Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλαιν είναι ένα σύμπτωμα που εγείρει την υπόνοια ότι άλλοι συγκαλυμμένοι Θεοί μπορεί να κοιμούνται αλλού. Η έμφαση στην γερμανική φυλή -συνήθως αποκαλούμενη «Αρία»-, η γερμανική κληρονομιά, το «Αίμα και Γη», τα τραγούδια Βαγκαλαβάϊα, ο καλπασμός των Βαλκυριών, Ο Ιησούς ως ξανθός και γαλανομάτης ήρωας, η Ελληνίδα μητέρα του Αγίου Παύλου, ο διάβολος ως ένας διεθνής Άλμπεριχ με Ιουδαϊκό ή Μασονικό προσωπείο, το Βόρειο Σέλας ως το φως του πολιτισμού, οι κατώτερες μεσογειακές φυλές – όλο αυτό είναι το απόλυτα απαραίτητο σκηνικό για το δράμα που λαμβάνει χώρα και κατά βάθος όλα αυτά σημαίνουν το ίδιο πράγμα : Ένας Θεός έχει καταλάβει τους Γερμανούς, και το σπίτι τους έχει γεμίσει μ’ έναν «ισχυρό ορμητικό άνεμο». Αν δεν κάνω λάθος, ήταν λίγο μετά αφότου ο Χίτλερ κατέλαβε την εξουσία, όταν εμφανίστηκε στο «Πάντς» ένα σκίτσο ενός μπερσέκου που παραληρεί, λευτερώνοντας τον εαυτό του από τα δεσμά του. Ένας τυφώνας έχει ξεσπάσει αχαλίνωτος στην Γερμανία, ενώ εμείς ακόμη πιστεύουμε πως είναι καλοκαιρία.


Συγκριτικά, τα πράγματα στην Ελβετία είναι ήσυχα, εν τούτοις υπάρχει περιστασιακά μια ριπή αέρα από τον Βορρά ή το Νότο. Μερικές φορές έχει έναν ελαφρώς δυσοίωνο ήχο, μερικές φορές ψιθυρίζει τόσο ακίνδυνα ή ακόμα και ιδεαλιστικά, ώστε κανείς δεν συνεγείρεται. «Δεν ξυπνά κανείς τα κοιμισμένα σκυλιά» - κατορθώνουμε να τα καταφέρνουμε αρκετά καλά μ’ αυτήν την παροιμιακή σοφία. Μερικές φορές λέγεται ότι οι Ελβετοί είναι εξαιρετικά αντίθετοι στο να προβληματιστούν. Πρέπει να αντικρούσω αυτήν την κατηγορία : οι Ελβετοί έχουν τα προβλήματά τους, αλλά δεν θα το παραδεχόντουσαν για τίποτα στον κόσμο, παρά το ότι βλέπουν προς τα πού φυσά ο άνεμος. Πληρώνουμε έτσι το φόρο τιμής μας στα χρόνια της θύελλας κι έντασης στην Γερμανία, αλλά δεν τον αναφέρουμε ποτέ κι αυτό μας δίνει το δικαίωμα να νοιώθουμε απέραντα ανώτεροι.


Είναι προ πάντων οι Γερμανοί που έχουν μιαν ευκαιρία, ίσως μοναδική στην ιστορία, να εξετάσουν τις καρδιές τους και να μάθουν τι ήταν εκείνοι οι κίνδυνοι της ψυχής από τους οποίους προσπάθησε να διασώσει την ανθρωπότητα ο χριστιανισμός. Η Γερμανία είναι μια χώρα πνευματικών καταστροφών, όπου η φύση ποτέ δεν κάνει τίποτε περισσότερο από μιαν επίδειξη ειρήνης με τον κοσμοκράτορα λόγο. Ο ταραξίας της ειρήνης είν’ ένας άνεμος που φυσά στην Ευρώπη από την απεραντοσύνη της Ασίας που σαρώνει ένα ευρύ μέτωπο από την Θράκη στην Βαλτική, σκορπίζοντας μπροστά του τα έθνη όπως τα ξηρά φύλλα ή εμπνέοντας σκέψεις οι οποίες κλονίζουν τον κόσμο στα θεμέλιά του. Είναι ένας στοιχειακός Διόνυσος που εισορμά στην Απολλώνια τάξη. Ο προκλητής αυτής της θύελλας ονομάζεται Βόταν, και από την πολιτική σύγχυση και την πνευματική αναταραχή που έχει προκαλέσει καθ' όλη την διάρκεια της ιστορίας, μπορούμε να μάθουμε πολλά γι’ αυτόν.


Ωστόσο, για μια ακριβέστερη έρευνα του χαρακτήρα του, πρέπει να πάμε πίσω στην εποχή των μύθων, η οποία δεν τα ερμήνευσε όλα από την άποψη του ανθρώπου και των περιορισμένων ικανοτήτων του, αλλά αναζήτησε την βαθύτερη αιτία στην ψυχή και στις αυτόνομες δυνάμεις της. Οι πρωιμότερες ανθρώπινες διαισθήσεις προσωποποίησαν αυτές τις δυνάμεις ως Θεούς, και τις περιέγραψαν στους μύθους με μεγάλη προσοχή και λεπτομέρεια, σύμφωνα με τους ποικίλους χαρακτήρες τους. Αυτό μπορούσε να γίνει ευκολότερα εξ αιτίας των σταθερά καθιερωμένων αρχέγονων τύπων ή των εικόνων που είναι έμφυτα στο ασυνείδητο πολλών φυλών κι εξασκούν μιαν άμεση επιρροή επάνω τους. Επειδή η συμπεριφορά μιας φυλής παίρνει το συγκεκριμένο χαρακτήρα της από τις υποκρυπτόμενες θεμέλιες εικόνες της, μπορούμε να μιλήσουμε για έναν αρχέτυπο «Βόταν». Ως αυτόνομος ψυχικός παράγοντας, ο Βόταν παράγει αποτελέσματα στην συλλογική ζωή ενός λαού και μ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλύπτει την ίδια την φύση του.


Γιατί ο Βόταν έχει την δική του ιδιαίτερη βιολογία, αρκετά ξέχωρη από την φύση του ανθρώπου. Κατά καιρούς μόνο συμβαίνει να υφίστανται κάποια άτομα την ακαταμάχητη επιρροή αυτού του ασυνείδητου παράγοντα. Όταν κάποιος είναι ήρεμος, δεν έχει περισσότερη επίγνωση του αρχέτυπου Βόταν απ' ότι μιας λανθάνουσας επιληψίας. Θα μπορούσαν οι Γερμανοί που ήταν ενήλικοι το 1914 να έχουν προβλέψει τι θα ήταν σήμερα; Τέτοιοι καταπληκτικοί μετασχηματισμοί είναι η επίδραση του Θεού του ανέμου, ο οποίος «φυσά όπου αυτός θέλει κι εσύ ακούς την φωνή του, μα δεν μπορείς να πεις πούθ’ έρχεται και προς τα πού πηγαίνει». Κατακυριεύει το κάθε τι στην πορεία του κι ανατρέπει ότι δεν είναι σταθερά ριζωμένο. Όταν φυσά ο άνεμος, κλονίζει κάθε τι που είναι επισφαλές, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά.


Ο Μάρτιν Νινκ έχει δημοσιεύσει πρόσφατα μια μονογραφία, η οποία υπήρξε μια ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη προσθήκη σ’ ότι ξέρουμε για την φύση του Βόταν. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να φοβάται πως αυτό το βιβλίο δεν είναι παρά μια επιστημονική μελέτη η οποία γράφεται με ακαδημαϊκή επιφυλακτικότητα προς το θέμα. Βεβαίως διατηρείται πλήρως το πρέπον στην επιστημονική αντικειμενικότητα και το υλικό έχει συλλεχθεί μ’ εξαιρετική πληρότητα κι έχει παρουσιαστεί μ’ ασυνήθιστα σαφή μορφή. Αλλά, επιπλέον όλου αυτού, αισθάνεται κανείς ότι ο συντάκτης ενδιαφέρεται καίρια για το αντικείμενο, ότι επίσης δονείται μέσα του η χορδή του Βόταν. Αυτό δεν αποτελεί κριτική, αντίθετα, είναι ένα από τα κύρια πλεονεκτήματα του βιβλίου, το οποίο δίχως αυτόν τον ενθουσιασμό εύκολα θα είχε εκφυλιστεί σ’ έναν κουραστικό κατάλογο. Ο Νινκ σκιαγραφεί ένα πραγματικά θαυμάσιο πορτρέτο του γερμανικού αρχέτυπου Βόταν. Τον περιγράφει σε δέκα κεφάλαια, χρησιμοποιώντας όλες τις διαθέσιμες πηγές, ως τον μπερσέκο, τον Θεό της θύελλας, τον ταξιδευτή, τον πολεμιστή, τον Θεό «εκπληρωτή ευχών» και Θεό του απόλυτου έρωτα, τον Κύριο των νεκρών και των Αϊνχέργιαρ, τον κύριο της μυστικής γνώσης, τον μάγο, και τον Θεό των ποιητών. Δεν ξεχάστηκαν ούτε οι Βαλκυρίες ούτε η Φύλγκγια, γιατί αποτελούν μέρος του μυθολογικού υποβάθρου και της μοιραίας σημασίας του Βόταν. Η έρευνα του Νινκ για τ’ όνομα και την προέλευσή του είναι ιδιαίτερα διδακτική. Δείχνει πως ο Βόταν δεν είναι μόνο Θεός της οργής και της φρενίτιδας ο οποίος ενσωματώνει την ενστικτώδη και συναισθηματική πτυχή του ασυνειδήτου. Επίσης εκδηλώνονται σ’ αυτόν η διαισθητική κι εμπνευστική πλευρά του, καθώς κατανοεί τους ρούνους και μπορεί να ερμηνεύσει την μοίρα.


Οι Ρωμαίοι ταύτισαν τον Βόταν με τον Ερμή, αλλά ο χαρακτήρας του δεν αντιστοιχεί πραγματικά σ’ οποιονδήποτε ρωμαϊκό ή ελληνικό θεό, αν κι υπάρχουν ορισμένες ομοιότητες. Είναι για παράδειγμα ταξιδευτής όπως ο Ερμής, κυβερνά τους νεκρούς όπως ο Πλούτων κι ο Κρόνος, και συνδέεται με τον συναισθηματικό παροξυσμό του με τον Διόνυσο, ιδιαίτερα στην μαντική πτυχή του. Είναι εκπληκτικό ότι ο Νινκ δεν αναφέρει τον Ερμή, τον θεό της αποκάλυψης, ο οποίος ως πνεύμα (pneuma) και νους (nous) συνδέεται με τον άνεμο. Αυτός θα ήταν ο σύνδεσμος με το χριστιανικό πνεύμα (pneuma) και το θαύμα της Πεντηκοστής. Ως Ποιμάνδρης (ο ποιμένας των ανδρών), ο Ερμής είναι ένας Άρπαγας όπως ο Βόταν. Ο Νινκ σωστά επισημαίνει ότι ο Διόνυσος κι οι άλλοι ελληνικοί Θεοί παρέμειναν πάντα κάτω από την ανώτατη αρχή του Διός, η οποία δείχνει μια θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της γερμανικής ιδιοσυγκρασίας. Ο Νινκ υποθέτει μιαν εσωτερική συγγένεια μεταξύ Βόταν και Κρόνου, κι η ήττα του τελευταίου μπορεί ίσως να σημαίνει ότι κάποτε στους προϊστορικούς χρόνους το αρχέτυπο του Βόταν ξεπεράστηκε και διαχωρίστηκε. Σε κάθε περίπτωση, ο γερμανικός Θεός αντιπροσωπεύει ένα σύνολο σ’ ένα πολύ πρωτόγονο επίπεδο, μια ψυχολογική κατάσταση στην οποία η ανθρώπινη θέληση ήταν σχεδόν ίδια με του Θεού κι εξ ολοκλήρου στο έλεός του. Όμως οι Έλληνες είχαν Θεούς που βοηθούσαν τον άνθρωπο ενάντια σ’ άλλους Θεούς. Στην πραγματικότητα ο ίδιος ο «πατήρ πάντων» Ζευς δεν απέχει από το ιδανικό ενός γενναιόδωρου, πεφωτισμένου δεσπότη.

Δεν ήταν στη φύση του Βόταν να χρονοτριβήσει και να παρουσιάσει σημάδια γήρατος. Απλά, όταν οι καιροί στράφηκαν εναντίον του εξαφανίστηκε και παρέμεινε αόρατος για περισσότερο από χίλια χρόνια, εργαζόμενος ανώνυμα κι έμμεσα. Τα αρχέτυπα είναι όπως οι κοίτες των ποταμών που αποξηραίνονται όταν τις εγκαταλείπει το νερό, αλλά που μπορεί να τις ξαναβρεί πάλι οποιαδήποτε στιγμή. Ένα αρχέτυπο είναι όπως μια παλαιά νεροσυρμή, κατά μήκος της οποίας έχει ρεύσει επί αιώνες το νερό της ζωής, σκάβοντας για τον εαυτό του ένα βαθύ κανάλι. Όσο περισσότερο έχει ρεύσει το νερό σ’ αυτό το κανάλι, τόσο πιθανότερο είναι ότι αργά ή γρήγορα θα επιστρέψει στην παλαιά κοίτη του. Η ζωή του ατόμου ως μέλους της κοινωνίας και ιδιαίτερα ως μέρους του κράτους μπορεί να ρυθμιστεί όπως ένα αρδευτικό κανάλι, αλλά η ζωή των εθνών είναι ένας μεγάλος ορμητικός ποταμός, που είναι εντελώς πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο, στα χέρια του Ενός, ο οποίος ήταν πάντα ισχυρότερος από τα άτομα.


Η «Κοινωνία των Εθνών», η οποία θεωρήθηκε πως κατέχει δεδομένα υπερφυσική εξουσία, αντιμετωπίζεται από μερικούς ως παιδί που έχει ανάγκη από φροντίδα και προστασία, ενώ από άλλους ως εξάμβλωμα. Κατά συνέπεια, η ζωή των εθνών κυλά ανεξέλεγκτη, χωρίς καθοδήγηση, ασυναίσθητη για το που πηγαίνει, όπως ένας βράχος που γκρεμίζεται από την πλαγιά ενός λόφου έως ότου σταματήσει από ένα εμπόδιο ισχυρότερο απ’ αυτόν. Τα πολιτικά γεγονότα κινούνται από το ένα αδιέξοδο προς το επόμενο, όπως ένας χείμαρρος που παγιδεύεται σε νεροφαγώματα, κολπίσκους κι έλη. Όταν το άτομο καταπιάνεται σ’ ένα μαζικό κίνημα, όλος ο ανθρώπινος έλεγχος τερματίζεται. Κατόπιν, αρχίζουν να λειτουργούν τ’ αρχέτυπα, όπως επίσης συμβαίνει στις ζωές των ατόμων, όταν έρχονται αντιμέτωπα με καταστάσεις που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με οποιουσδήποτε από τους γνώριμους τρόπους. Αλλά το τι κάνει ένας αποκαλούμενος Ηγέτης (Fuhrer) μ’ ένα μαζικό κίνημα, μπορεί να ιδωθεί ξεκάθαρα αν στρέψουμε τα μάτια μας προς Βορράν ή προς Νότον της χώρας μας.


Το κυρίαρχο αρχέτυπο δεν παραμένει το ίδιο για πάντα, όπως είναι εμφανές από τους χρονικούς περιορισμούς που έχουν τεθεί για την προσδοκώμενη ως βασίλειο της ειρήνης, «Χιλιόχρονη Αυτοκρατορία». Το μεσογειακό πατρικό αρχέτυπο του δίκαιου, φίλου της τάξης, γενναιόδωρου κυβερνήτη είχε κατακερματιστεί σ’ ολόκληρη την βόρεια Ευρώπη, καθώς καταμαρτυρεί η παρούσα μοίρα των χριστιανικών εκκλησιών. Επίσης ο φασισμός στην Ιταλία κι ο εμφύλιος πόλεμος στην Ισπανία δείχνουν ότι, στο νότο ο κατακλυσμός ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι περίμενε κανείς. Ακόμη κι η καθολική εκκλησία δεν μπορεί πλέον ν’ αντέξει δοκιμασίες ισχύος.


Ο εθνικιστικός Θεός έχει επιτεθεί στο χριστιανισμό σ’ ένα ευρύ μέτωπο. Στη Ρωσία, αποκαλείται τεχνολογία κι επιστήμη, στην Ιταλία Ηγέτης (Duce), και στην Γερμανία, «Γερμανική Πίστη», «Γερμανικός Χριστιανισμός» ή Κράτος. Οι «Γερμανοί Χριστιανοί» είναι μι’ αντίφαση σε πολλά επίπεδα και καλύτερα θα έκαναν να ενωθούν με το «Κίνημα Γερμανικής Πίστης» του Χάουερ. Αυτοί είναι κόσμιοι και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, οι οποίοι αναγνωρίζουν έντιμα την αρπαξιμότητά τους και προσπαθούν να δεχτούν αυτό το νέο κι αναμφισβήτητο γεγονός. Περιέρχονται σ’ ένα πρόβλημα τεράστιου μεγέθους ώστε να το κάνουν να φανεί λιγότερο ανησυχητικό, καλύπτοντάς το με μια κατευναστική ιστορική περιβολή και προσφέροντάς μας παρηγορητικές αναλαμπές των μεγάλων προσωπικοτήτων όπως ο Διδάσκαλος Έκαρτ, που ήταν επίσης, Γερμανός κι επίσης κατειλημμένος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο παρακάμπτεται το άβολο ερώτημα «ποιος είναι ο Άρπαγας». Ήταν πάντα «Θεός». Αλλά όσο περισσότερο ο Χάουερ περιορίζει την παγκόσμια σφαίρα του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού στον «Βόρειο» γενικά και στην Έντα ειδικότερα κι όσο περισσότερο «Γερμανική» γίνεται αυτή η πίστη ως μια εκδήλωση της «αρπαξιμότητας», είναι οδυνηρότερα εμφανές ότι ο «γερμανικός» Θεός είναι ο Θεός των Γερμανών.


Δεν μπορεί να διαβάσει κανείς το βιβλίο του Χάουερ χωρίς συγκίνηση, εάν το θεωρήσει ως τραγική και πραγματικά ηρωική προσπάθεια ενός ευσυνείδητου μελετητή, που δίχως να ξέρει πώς του συνέβη, κλήθηκε βίαια από την σιγαλή φωνή του Άρπαγα και τώρα προσπαθεί μ’ όλη του την δύναμη και μ’ όλη του την γνώση και την ικανότητα, να χτίσει μια γέφυρα μεταξύ των σκοτεινών δυνάμεων της ζωής και του λάμποντας κόσμου των ιστορικών ιδεών. Αλλά τι σημαίνουν για τον άνθρωπο του σήμερα όλες οι ομορφιές του παρελθόντος από ολότελα διαφορετικά επίπεδα πολιτισμού, όταν έρχεται αντιμέτωπος μ’ έναν ζωντανό και απροσμέτρητο φυλετικό Θεό, που ανάλογό του δεν γνώρισε ποτέ πριν; Απορροφήθηκαν όπως τα ξερά φύλλα στον βρυχώμενο ανεμοστρόβιλο, κι οι ρυθμικές παρηχήσεις της Έντα αναμείχθηκαν περίπλοκα με τα χριστιανικά μυστικά κείμενα, την γερμανική ποίηση και την σοφία των Ουπανισάδ.


Ο ίδιος ο Χάουερ είναι κατειλημμένος από τα βάθη της έννοιας στις αρχέγονες λέξεις που βρίσκονται στη ρίζα των γερμανικών γλωσσών, σε μιαν έκταση που βεβαίως δεν γνώριζε ποτέ πριν. Ο Χάουερ ο Ινδολόγος δεν πρόκειται να κατηγορηθεί γι’ αυτό κι ακόμη περισσότερο δεν πρόκειται να κατηγορηθεί η Έντα. Είναι μάλλον το ελάττωμα του «καιρού» (kairos) - της παρούσας στιγμής στον χρόνο – τ’ όνομα του οποίου αποδεικνύεται στην εγγύτερη έρευνα πως είναι Βόταν. Επομένως, θα συμβούλευα το «Κίνημα Γερμανικής Πίστης» να παραμερίσει τους ενδοιασμούς τους. Οι ευφυείς άνθρωποι δεν θα τους μπερδέψουν με τους άξεστους λάτρεις του Βόταν, η πίστη των οποίων είναι μια απλή προσποίηση. Στο «Κίνημα Γερμανικής Πίστης» υπάρχουν άνθρωποι που είναι αρκετά ευφυείς όχι μόνο γιά να πιστεύουν, αλλά και γιά να γνωρίζουν, ότι ο Θεός των Γερμανών είναι ο Βόταν κι όχι ο χριστιανικός Θεός. Αυτό είναι μια τραγική εμπειρία κι όχι ντροπή. Υπήρξε πάντα φοβερό να περιέρχεσαι στα χέρια ενός ζωντανού Θεού. Ο Γιαχβέ δεν αποτέλεσε εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα κι οι Φιλισταίοι, Εδωμίτες, Αμορίτες κι οι υπόλοιποι που δεν είχαν εμπειρία του Γιαχβέ, πρέπει ασφαλώς να την βρήκαν υπερβολικά δυσάρεστη. Η σημιτική εμπειρία του Αλλάχ υπήρξε επί μακρόν μια εξαιρετικά επίπονη υπόθεση για όλη την χριστιανοσύνη. Εμείς που στεκόμαστε απ’ έξω, κρίνουμε τους Γερμανούς υπερβολικά πολύ, ωσάν να ήταν αρμόδιοι συντελεστές, όμως θα ήταν ίσως πλησιέστερο στην αλήθεια να τους θεωρήσουμε επίσης ως θύματα.


Αν εφαρμόσουμε με συνέπεια την, κατά γενική ομολογία, ιδιαίτερη άποψή μας, οδηγούμαστε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι, ο Βόταν πρέπει έγκαιρα ν’ αποκαλύψει όχι μόνο την ανήσυχη, βίαια, θυελλώδη πλευρά του χαρακτήρα του, αλλά επίσης τις εκστατικές και μαντικές του ιδιότητες, μια πολύ διαφορετική πτυχή της φύσης του. Εάν είναι σωστό αυτό το συμπέρασμα, ο Εθνικοσοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι η τελευταία λέξη. Πρέπει στο υπόβαθρο να είναι κρυμμένα πράγματα που δεν μπορούμε να φανταστούμε αυτήν την στιγμή, αλλά μπορούμε ν’ αναμείνουμε να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια των επόμενων λίγων χρόνων ή δεκαετιών. Η επαναφύπνιση του Βόταν πορεύεται στο παρελθόν. Το ρεύμα φράχθηκε κι έχει ξεσπάσει στην παλιά του κοίτη. Αλλά η φραγή δεν θα διαρκέσει για πάντα. Είναι μάλλον μια απόσυρση προς τα πίσω, προκειμένου να γίνει ένα καλύτερο άλμα και το νερό θα υπερβεί το εμπόδιο. Κατόπιν, θα μάθουμε επιτέλους τι λέει ο Βόταν όταν «μουρμουρίζει με το κεφάλι του Μιμίρ».


ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΦΙΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ JULIUS EVOLA

«Πρέπει να ληφθεί υπόψη τούτος ο περιορισμός: Ότι πρόκειται να πώ, δεν αφορά στο συνηθισμένο άνθρωπο των ημερών μας! Αντίθετα έχω κατά νου τον άνθρωπο που ενώ έχει εμπλακεί με το σημερινό κόσμο, ακόμη και στα πιό προβληματικά και παροξυσμικά σημεία του, ενδόμυχα δεν ανήκει σ’ έναν τέτοιο κόσμο, ούτε θα ενδώσει σ’ αυτόν. Ουσιαστικά αισθάνεται τον εαυτό του ν’ ανήκει σε μια διαφορετική φυλή απ’ αυτήν της συντριπτικής πλειοψηφίας των συγχρόνων του» - «Ιππεύοντας την τίγρη» - 1961

Ο πολυμαθής Βαρώνος Ιούλιος Καίσαρας Ανδρέας Έβολα (Baron Giulio Cesare Andrea Evola), γεννήθηκε στη Ρώμη από μιά Σικελική οικογένεια ευγενών στις 19/5/1898 και πέθανε στην ίδια πόλη στις 11/6/1974. Όπως θα παραδεχθεί ο ίδιος μέσα από τα κείμενά του, οι πολιτικές, κοσμοθεωρητικές και φιλοσοφικές του θέσεις διαμορφώνονται κυρίως υπό την επίδραση τεσσάρων πνευματικών δημιουργών: του Φρειδερίκου Νίτσε, προφήτη του υπερανθρώπου και της νέας αριστοκρατίας, του Όττο Βάϊνινγκερ εμπνευστή της ιδέας της ανδρείας υπό το πρίσμα της μεταφυσικής, του θεμελιωτή της «φιλοσοφίας της ιστορίας» Τζιαμπατίστα Βίκο, αλλά και του Κάρλο Μικελστέτερ του τραγικού τελειοθήρα αυτόχειρα, αναζητητή του Απολύτου και κήρυκα της συνειδητής αφοβίας.

Η αναζήτηση του Απολύτου τον οδηγεί στην ανάγκη να εξερευνήσει και ν’ ανακαλύψει μέσα στο Εγώ, την αληθή Φύση, την συνεκτική ύπατη Αρχή και τον καθολικό Νόμο. Την εποχή εκείνη δημοσιεύονται τα πρώιμα έργα του: «Δοκίμια περί του μαγικού ιδεαλισμού» και η «Θεωρία του απολύτου ατόμου». Τα κείμενά του αυτά έχουν ως εμφανή κοινή τους αφετηρία, τα διαχρονικά διδάγματα του Γερμανικού Ιδεαλισμού.

Ο Έβολα ξεκίνησε επίσης να μελετά συστηματικά μυστικισμό και μεταφυσική. Διαπίστωσε την ύπαρξη μιάς κοινής πραγματικότητας στις μυστικές παραδόσεις της Ανατολής και της Δύσης και στα 1927 ίδρυσε την δική του μαγική τάξη, την ομάδα της «Ρωμαϊκής Παγκοσμιότητας» [Grupo per la Universalita Romana – (Gr)UR].

Μετά την κατάληψη της εξουσίας το 1922, με την πάροδο των ετών το φασιστικό καθεστώς καθίσταται παντοδύναμο. Ο Έβολα αρνείται διακριτικά αλλά και επίμονα την ταυτότητα του κόμματος, όμως συνεχίζει να τάσσεται ανεπιφύλαχτα υπέρ της αναγκαιότητας της «Εθνικής Επανάστασης» του Οκτωβρίου. Συνεργάζεται με τον Ρομπέρτο Φαρινάτσι στο περιοδικό «Φασιστικό Καθεστώς» («Regime Fascista»), από το 1934 έως το 1943, αναπτύσσει πολύ στενές σχέσεις με τα μέλη του πρωσικού Herrenklub, δείχνει ενθουσιώδες ενδιαφέρον και παρακολουθεί από κοντά την ανάπτυξη των SS, που όπως έγινε γνωστό προορίζονται να δημιουργήσουν την πνευματική και βιολογική elite του Τρίτου Ράϊχ.

Στα 1934 κυκλοφορεί το σπουδαιότερο από τα έργα του, με τίτλο «Εξέγερση ενάντια στον σύγχρονο κόσμο».Μέσα από τις σελίδες του έργου παρουσιάζεται προφητικά η αναπόφευκτη επερχόμενη σύγκρουση μεταξύ του «Παραδοσιακού» και του «Σύγχρονου» κόσμου. «Στο συμπαντικό χάος για μια φορά ακόμα αντιπαρατίθεται η κοσμική τάξη. Η κυριαρχία των μαζών και η ηγεμονία της οικονομίας συγκρούονται μ’ εκείνες τις φωτεινές και ηρωϊκές αξίες που είναι ακόμη σε θέση να εντοπίσουν, να κατανοήσουν και να καθοδηγήσουν την σκοτεινή ουσία του όχλου».

Το 1936 εκδίδεται το έργο του «Τρεις Απόψεις του Εβραϊκού Προβλήματος». Ακολουθεί το 1938 «Ο Μύθος του Αίματος», ενώ το 1941 εκδίδεται η «Σύνθεση του Δόγματος της Φυλής».

Αν και γεννημένος καθολικός, o Έβολα βρέθηκε σε μόνιμη και βαθειά διαφωνία με το φασιστικό καθεστώς γιά την πολιτειακή συμφωνία με το Βατικανό, αλλά ακόμη και σ’ ό,τι διαπίστωσε στην μαζική, προλεταριακή φύση του φασισμού, τον οποίο θεώρησε ως πλήρως δημοκρατικό σύστημα. Ναι μεν δομημένο σε μιαν αρτιότερη πολιτειακή μορφή απ’ ότι το «γερασμένο μασσωνοδημοκρατικό καθεστώς», αλλά στην πραγματικότητα ανάλογου δημοκρατικού χαρακτήρα. Η άποψη ζωής του Έβολα υπήρξε πάντα αριστοκρατική, μόνον δε εκλεκτικά και περιστασιακά συγκλίνουσα με ορισμένες πτυχές του φασισμού.

Επίσης ο μεγάλος διανοητής βρισκόταν σε ισχυρή διαφωνία με τον «συλλογικό φυλετισμό» της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, καθώς θεωρούσε αυτόν τον ατελή φυλετισμό, νηπιακό, ελειμματικό και απλοϊκό. Παρά την σχετική του επιφύλαξη ο Έβολα έλπιζε να βρεί «κοινό τόπο» με τα πιό ακραία παγανιστικά στοιχεία του εθνικοσοσιαλιστικού κράτους και της εθνικοσοσιαλιστικής διανόησης και πραγματοποίησε μιαν ευρεία σειρά διαλέξεων στο γερμανικό Ράϊχ. Απώτερος στόχος του ήταν να καθιερώσει μια «διεθνή αδελφότητα ιπποτών, οι οποίοι θα αποκαθιστούσαν την Παράδοση και την Ιπποσύνη». Ο Έβολα απέκτησε μιαν αληθινή ελπίδα γιά το μέλλον, διαπιστώνοντας ότι τα SS μπορούσαν πράγματι ν’ αποτελέσουν μιά τέτοια νέα ευρωπαϊκή ιπποσύνη. Εντούτοις, ο σύμβουλος του Ράϊχσφύρερ των SS Χίμμλερ γιά τα «Εσωτερικά και Πνευματικά θέματα», ο μυστικιστής Ταξίαρχος των SS Καρλ Μαρία Βίλιγκουτ, για κάποιον αδήλωτο λόγο, τερμάτισε τις διαλέξεις του Έβολα στις σχολές αξιωματικών των SS. Μια αναφορά του Βίλιγκουτ προς το προσωπικό επιτελείο του Χίμμλερ το 1938 συνοψίζει περιληπτικά τις επιδιώξεις και τις ιδέες του Έβολα εκείνη την περίοδο : «Ο μοναδικός απώτατος και μυστικός σκοπός των θεωριών και προγραμμάτων του Έβολα είναι πιθανότατα μια εξέγερση της παλαιάς αριστοκρατίας ενάντια στο σύγχρονο κόσμο… Γενικά ο χαρακτήρας του σφραγίζεται από την παλαιά φεουδαρχική αριστοκρατία».

Αμέσως μετά την πτώση του φασισμού και την ιταλική συνθηκολόγηση (8 Σεπτεμβρίου 1943), ο Έβολα καταφεύγει στην Γερμανία και συμμετέχει στις προσπάθειες για την δημιουργία μιας νέας φασιστικής κυβέρνησης στην ελεύθερη ακόμα Ιταλία του Βορρά. Το τέλος του πολέμου τον βρίσκει να εργάζεται ως ερευνητής της δομής της μασσωνίας στην Εταιρεία Μελετών των SS «Κληρονομιά των Προγόνων», στην Βιέννη, όπου συνηθίζει να διεξάγει περιπάτους κατά την διάρκεια των συμμαχικών βομβαρδισμών γιά να «σταθμίσει το πεπρωμένο του», όπως έλεγε χαμογελώντας στους έκπληκτους Γερμανούς που τον παρακαλούσαν να καλυφθεί στο καταφύγιο. Έτσι θα καταλήξει βαριά τραυματισμένος εξ αιτίας ενός σοβιετικού βομβαρδισμού, όταν ένα θραύσμα οβίδας του συντρίβει τον νωτιαίο μυελό, αφήνοντάς τον έκτοτε παραπληγικό μέχρι το τέλος του.

Η επιστροφή του στην Ιταλία γίνεται δεκτή μέσα σε κλίμα απόλυτα εχθρικό. Η νεαρή μεταπολεμική ιταλική δημοκρατία των σπεκουλαδόρων και των μαφιόζων εύλογα φοβάται την δυναμική παρουσία του φιλοσόφου-δασκάλου. Στα 1951 το μεταπολεμικό κράτος τον σύρει σε δίκη από τον Ιούνιο έως το Νοέμβριο, κατηγορώντας τον ότι τα βιβλία του «εξυμνούν τον φασισμό και προτρέπουν τους νέους να επαναστατήσουν εναντίον της νέας δημοκρατικής τάξης πραγμάτων, σχηματίζοντας μυστικές μάχιμες ομάδες», οπότε τον φυλακίζει τελικά γιά «έγκλημα γνώμης».

Μετά την αποφυλάκισή του υπήρξε διαφωτιστής και οικοδεσπότης μιάς ολόκληρης γενιάς ακτιβιστών που τον προσφωνούσαν τιμητικά «maestro» Ο Έβολα διακήρυξε την ανάγκη ενός «αναρχισμού της δεξιάς», γιά «να αποδιοργανωθεί, να διαρραγεί και να καταλυθεί η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων» και ενέπνευσε την ηγεσία πολλών εθνικοεπαναστατικών ομάδων στην Ιταλία, καθώς και πολιτικών κομμάτων, όπως το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα και η αμερικανική Εθνική Συμμαχία.

Μελετήθηκε με λεπτομερή σπουδή από μιά νέα γενιά «εθνικοεπαναστατών» στην Ιταλία, οι οποίοι αναζητούσαν μιαν εναλλακτική λύση απέναντι στον φιλελεύθερο καπιταλισμό και στον κομμουνισμό, μιά λύση που θα υπερέβαινε αυτήν που οι ίδιοι θεώρησαν ξεπερασμένη, δηλ.. τον φασισμό των πατεράδων και των παππούδων τους. Ανάλογη ήταν η απήχησή του στους ομοϊδεάτες τους στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτοί οι νεολαίοι των δεκαετιών ’60 – ’80 επεδίωκαν να καταστούν η επαναστατική πρωτοπορεία, οι «πολιτικοί στρατιώτες» όπως έγραψε ο Έβολα, που θα αναδυόντουσαν από το ιστορικό γίγνεσθαι γιά να εξεγερθούν ενάντια στον σύγχρονο κόσμο, «δρώντας σ’ ένα εξυψωμένο πνευματικό επίπεδο».

Σύμφωνα με την στερνή του επιθυμία οι στάχτες της σορού του αποτέθηκαν σε μιά λαξεμένη τεφροδόχο, στα σπλάχνα του παγετώνα στο ορεινό συγκρότημα Μόντε Ρόζα των Ιταλικών Άλπεων.

Εως και σήμερα οι θεωρητικοί της «Νέας Δεξιάς» από την Γαλλία έως την Ρωσία, τον μελετούν, τον εγκωμιάζουν και τον υμνούν. Τα γραπτά του μετά το αιφνίδιο ξέσπασμα του ενδιαφέροντος γιά την εναλλακτική πνευματικότητα παρακίνησαν πολλούς να τα διαβάσουν, οι οποίοι αλλοιώτικα δεν θα σκεφτόντουσαν ή δεν θα τολμούσαν να διαβάσουν έργα με ιδέες που ενέχουν τέτοιες πολιτικές συνεκδοχές.

Ο αναλυτής των αντιδημοκρατικών – αντιμαρξιστικών ιδεών Φράνκο Φερραρέζι γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του «Οι απειλές κατά της δημοκρατίας – Η μεταπολεμική ριζοσπαστική δεξιά στην Ιταλία»: «Η σκέψη του Έβολα μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα ριζoσπαστικότερα και συνεπέστερα αντιεξισωτικά, αντιφιλελεύθερα, αντιδημοκρατικά και αντιλαϊκιστικά συστήματα στον 20ο αιώνα»

Γιά τον Έβολα τα θεμέλια της ζωής αποτελούν μιαν αντανάκλαση του μεταφυσικού, όπως ακριβώς εκφράζεται στο κρυπτικό ρητό του Ερμή του Τρισμέγιστου στην εισαγωγή του «Σμαράγδινου πίνακα»: «όπως επάνω, το ίδιο και κάτω».[1]

Ενστερνιζόμενος την κυκλική ανέλιξη της ιστορίας του Όσβαλντ Σπένγκλερ (του οποίου υπήρξε ο πρώτος και κύριος μεταφραστής στα ιταλικά), ο Έβολα μελέτησε τους κυκλικούς νόμους της Ιστορίας, τους οποίους ακολούθησε η τροχιά όλων των παραδοσιακών πολιτισμών, από την βεδική Ινδία και την Σκανδιναβία της Έντα, μέχρι την κλασική Ελλάδα.

Το ιδεώδες του Έβολα γιά τον Ευρωπαϊκό – «Δυτικό» πολιτισμό, μπορεί να ειδωθεί ως μιά επάνοδος, μια επιστροφή στην γιβελλινική περίοδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το αντισυλλογικό δόγμα του, (που απορρίπτει με σφοδρότητα κάθε ενδεχόμενη «αγελαία» πτυχή του ανθρώπου), εφαρμοσμένο στην φυλετική θεωρία του, προξένησε τριβές όχι μόνο με τους εθνικοσοσιαλιστές διανοούμενους, αλλά επίσης και με ορισμένα στοιχεία του φασιστικού κόμματος, παρά το ότι ο Μουσσολίνι προτιμούσε σαφώς το φυλετικό δόγμα του Έβολα σε σχέση με την αντίστοιχη εκδοχή γερμανικής επιρροής.

Ο Έβολα συλλαμβάνει την έννοια της φυλής σε τρία επίπεδα: η σωματική φυλή, στο βιολογικό επίπεδο με τα ανατομικά και λειτουργικά του χαρακτηριστικά – η ψυχική φυλή, στο ψυχολογικό επίπεδο (χαρακτήρας) – η πνευματική φυλή, στο πνευματικό επίπεδο (θρησκευτική στάση: οι θρησκευτικές απόψεις και θέσεις, η ευρύτερη μεταφυσική αντιμετώπιση και θεώρηση των ανθρώπινων, πλανητικών και συμπαντικών δρωμένων και πραγμάτων, καθώς και η επαγόμενη από αυτές υφή των συνακόλουθων κανονιστικών ηθικών πλαισίων του συνολικού θρησκευτικού μορφώματος).

Ο Έβολα επιδίωξε να ξεκαθαρίσει οριστικά και με σαφήνεια την στάση του απέναντι στο φυλετικό ζήτημα σ’ ένα άρθρο του στο περιοδικό «Ιταλική ζωή» (Vita Italiana) το 1942, με τίτλο «Η παρανόηση του επιστημονικού φυλετισμού»: «Θα θέλαμε να ξεκαθαρίσουμε πως γιά μάς πνεύμα δεν σημαίνει ούτε επιπόλαιη κι’ αστόχαστη φιλοσοφία ή θεοσοφία, ούτε μυστικιστική λατρευτική απόσυρση από τον κόσμο. Είναι αυτό το πνεύμα, το οποίο σε καλύτερες εποχές οι ευγενείς άνθρωποι απέδιδαν στην φυλή και το οποίο συνίσταται από ευθύτητα, εσωτερική ενότητα, χαρακτήρα, αξιοπρέπεια, ανδροπρέπεια και άμεση ευαισθησία γιά όλες εκείνες τις αξίες που βρίσκονται στον πυρήνα του ανθρώπινου μεγαλείου και οι οποίες επειδή υπερβαίνουν κατά πολύ την συμπτωματική πραγματικότητα, κυριαρχούν πάνω της. Επομένως την τρέχουσα έννοια της φυλής, που διαφέρει από την προαναφερόμενη όντας ένα κατασκεύασμα της «επιστήμης» κι ένα έκθεμα από το ανθρωπολογικό μουσείο, την αφήνουμε στην ψευτοδιανοούμενη αστική τάξη, που συνεχίζει να δείχνει ανεκτικότητα και να ενδίδει στα είδωλα του θετικισμού του 19ου αιώνα»

Η «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ» ΤΟΥ ΕΒΟΛΑ
Γιά τον Έβολα, όλοι οι παραδοσιακοί πολιτισμοί βασίζονται σε πνευματικές ενατενίσεις που δημιουργούν και μορφοποιούν υλικές και έμπρακτες φιλοδοξίες, βλέψεις και προσδοκίες. ‘Ενα τέτοιο ιστορικό χαρακτηριστικό στο οποίο αναγνωρίζουμε ένα σαφές ίχνος, ένα υπόλειμμα αυτής της κοσμοαντίληψης, αφορά στο «ελέω θεού δικαίωμα των βασιλέων», που δέχεται ως κυρίαρχη την πνευματική διάσταση της ζωής. Ως εκ τούτου οι κάστες μιας παραδοσιακής κοινωνίας είναι βασισμένες σε μια κοσμική θεία τάξη. Κάθε υπονόμευση αυτής της κοσμικής πνευματικής τάξης εισάγει μια νέα εποχή χάους, την Κάλι Γιούγκα (Kali Yuga) [2] της ινδικής μυθολογίας, την σκοτεινή – δαιμονική περίοδο του γίγνεσθαι, την οποία γνώριζαν και κατέγραψαν όλοι οι παραδοσιακοί πολιτισμοί.

Στήν ένθεη κοσμική τάξη, ο βασιλιάς ή ο αυτοκράτορας «ως εκδήλωση του Θεού», είναι όχι μόνον ο πολιτικός κυβερνήτης, αλλά ακόμη πιο σημαντικά, είναι ο ιερατικός κυβερνήτης, ο οποίος έχει το ύψιστο ιερό καθήκον να ανταποκριθεί στις πνευματικές ανησυχίες των υπηκόων του, ώστε να μην επιστρέψουν «οι δυνάμεις του χάους». Επιπλέον, για την κάστα των πολεμιστών, το κύριο καθήκον ήταν όχι μόνο αυτό του στρατιώτη υπό την παρούσα έννοια, αλλά ενός πολεμιστή με κοσμική διάσταση, που είναι σε θέση να αποκαθιστά την κεντρική εστίαση στον κορμό ενός πολιτισμού και να τον περισώζει από της δυνάμεις της διάλυσης. Οι Ινδοί αναφέρονται χαρακτηριστικά στο στοιχείο αυτό ως κοσμικό καθήκον, ως «ντάρμα», καθήκον του κοσμικού νόμου γιά την κάστα των πολεμιστών (Ksatriyas), στο μνημειώδες «Τραγούδι του Ευλογημένου Κυρίου» (Bhagavad Gita), που αποτελεί μέρος του αθάνατου σανσκριτικού έπους Μαχαμπαράτα. Ανάλογο ιαπωνικό ιστορικό τους ισοδύναμο υπήρξαν οι σαμουράϊ, ακριβώς όπως αντίστοιχα ο ιαπωνικός πολιτισμός είχε ως άξονά του τον «θεϊκό αυτοκράτορα». Όλοι εκεινοι «οι πολιτισμοί που υπέκυψαν στις αντιπαραδοσιακές ή χαοτικές δυνάμεις αργά ή γρήγορα θα παρακμάσουν», όπως ο ιαπωνικός πολιτισμός, του οποίου ο αυτοκράτορας αποκήρυξε την θεία φύση του, την «θειότητά» του, κατ΄ εντολήν των Αμερικανών μετά την ήττα της Ιαπωνίας στον Β’ Μεγάλο Πόλεμο.

Η κυκλική άποψη του Έβολα γιά το ιστορικό γίγνεσθαι, την οποία αποκαλεί «μεταφυσική της ιστορίας», απορρίπτει την ιστορική προοπτική «κατ' ευθείαν» γραμμή, αυτή την «προοδευτική» σύλληψη της Ιστορίας που εννοεί την ιστορία ως συνεχή ανερχόμενη γραμμή, από το πρωτόγονο στο «σύγχρονο». Όπως ο Σπέγκλερ, έτσι και ο Έβολα διαπιστώνει πως οι πολιτισμοί διέρχονται από τους ίδιους κύκλους της γέννησης, της άνθησης και της αποσύνθεσης. Δεδομένου ότι θεωρεί τον πολιτισμό ως μια εκδήλωση του υπερφυσικού, εκφράζει ως θεμελιακή παραδοχή ότι κάθε πολιτισμός ιδρύθηκε στηριγμένος σε έναν γεννήτορα κεντρικό μύθο. Όσο περισσότερο ένας πολιτισμός απομακρύνεται από τον ιδρυτικό - θεμελιώδη μύθο του, άσχετα με το πόσο πολύ έχει προοδεύσει υλικά, διολισθαίνει περαιτέρω στο χάος, όπως ο τρέχων κύκλος του Ευρωπαϊκού – «Δυτικού» πολιτισμού μας.

Εντρυφώντας στην κυκλική αντίληψη της ιστορίας του Έβολα, είναι πολύ πιθανό ο μελετητής να θυμηθεί το ποίημα του μεγάλου Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέϊτς «Ο δεύτερος ερχομός». Μπορεί αβίαστα να ειπωθεί πως το ποίημα αυτό του αγγλόφωνου Ιρλανδού, εμπεριέχει την προσέγγιση του Έβολα γιά τους κύκλους της Ιστορίας: «Ματαγυρνώντας στη δίνη που διευρύνεται. Το γεράκι ν’ ακούσει δεν μπορεί τον γερακάρη, τα πράγματα διαλύονται, το κέντρο να βαστάξει δεν μπορεί. Σκέτη αναρχία είναι ξαμολυμένη πάνω στον κόσμο ...»

ΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΩΝ
Στην ιστορική μεταφυσική του Έβολα κάθε πολιτισμός έχει έναν άξονα, στον οποίο όλα εστιάζονται και γύρω από τον οποίο όλα περιστρέφονται, αυτός δε ο άξονας στους παραδοσιακούς πολιτισμούς είναι ο ιερέας-βασιλιάς, που ενσαρκώνει την θεϊκή τάξη, αποτελώντας την κορυφή στην πυραμιδωτή ιεραρχία της κάστας. Μπορούμε απλά να θεωρήσουμε τις παρούσες κοινωνικές «τάξεις» αυτού του ετοιμοθάνατου «Δυτικού» σύγχρονου πολιτισμικού κύκλου, ως τις πλέον εκφυλισμένες αντανακλάσεις των παλαιών καστών, βασισμένες εξ ολοκλήρου στα οικονομικά και στερημένες ολότελα από κάθε πνευματικό περιεχόμενο. Στην πυραμιδωτή ιεραρχία των παραδοσιακών πολιτισμών ο βασιλιάς χρησιμεύει ως μια «γέφυρα» ή όπως τον αποκαλούσαν οι Ρωμαίοι ως «Μέγας Γεφυροποιός» (Pontifex Maximus), μεταξύ των ανθρώπων και της αιώνιας θείας τάξης. Όλα τα άλλα συστατικά και δρώμενα στον παραδοσιακό πολιτισμό προέρχονται από αυτήν την κοσμική αρχή: η κάστα, ο νόμος, ο πόλεμος, η θρησκεία και η πολιτειακή έκφανσή του, η αυτοκρατορία.

«…Η αυτοκρατορία, που σ’ αυτό το πλαίσιο κατανοείται ως μία απεικόνιση του ουράνιου βασιλείου, παραχωρείται και προκαθορίζεται από τον θεό. Στην αυτοκρατορία ο γήινος ηγεμόνας (ο βασιλεύς- αυτοκράτωρ) (ελληνικά στο κείμενο) είναι ο ίδιος μία απεικόνιση του άρχοντα του σύμπαντος. Ως άρχοντας, ο ίδιος ο ηγεμόνας είναι μόνος και χωρίς δεύτερο. Εξασκεί τον έλεγχο και στην εγκόσμια και στην πνευματική επικράτεια και το επίσημο δικαίωμα του είναι παγκόσμιο. Αυτό το δικαίωμα επεκτείνεται ακόμα και σε λαούς που έχουν μιάν αυτόνομη κυβέρνηση και οι οποίοι δεν υπάγονται άμεσα στην πραγματική αυτοκρατορική εξουσία (κάθε τέτοια εξουσία θεωρείται «βαρβαρική» και «όχι σύμφωνη με το δίκαιο» εφόσον έχει απλά ένα φυσιοκρατικό υπόβαθρο). Οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας είναι οι Ρωμαίοι (ελληνικά στο κείμενο), όχι πλέον με μιαν ηθική και νομική έννοια, αλλά με την έννοια ενός ανώτερου τίτλου και χρίσματος, εφόσον ζουν στην ειρήνη την οποία εγγυάται ένας νόμος που αποτελεί απεικόνιση του θεϊκού νόμου

Γράφοντας την «Εξέγερση ενάντια στο σύγχρονο κόσμο», ο Έβολα εξηγεί: «Προκειμένου να γίνουν κατανοητά και το πνεύμα της παράδοσης, αλλά και η αντίθεσή του που είναι ο σύγχρονος πολιτισμός, είναι απαραίτητο να ξεκινήσουμε με το θεμελιώδες δόγμα των δύο φύσεων. Σύμφωνα μ’ αυτό το δόγμα υπάρχει μια φυσική τάξη των πραγμάτων και μια μεταφυσική: υπάρχει μια θνητή και μιά αθάνατη φύση, υπάρχει η ανώτερη σφαίρα του “είναι” και η κατώτερη σφαίρα του “γίγνεσθαι”». Κατά γενικήν ομολογία, υπάρχει μια ορατή και απτή διάσταση, αλλά πριν και πέρα απ’ αυτήν, υπάρχει επιπλέον μια αόρατη και άϋλη διάσταση, η οποία είναι το στήριγμα, η πηγή και η αληθινή ζωή της προηγούμενης. «Οπουδήποτε στον κόσμο της παράδοσης, και στην «Ανατολή» και στην «Δύση», με τη μιά ή με την άλλη μορφή, αυτή η γνώση (όχι μόνο μια απλή «θεωρία») είναι πάντα παρούσες, ως ένας ακλόνητος άξονας γύρω από τον οποίο περιστράφηκαν όλα».

Αυτός ο άξονας, η κεντρική εστία γύρω από την οποία περιστρέφεται ένας παραδοσιακός πολιτισμός συμβολίζεται στον «τροχό». Ο «παγκόσμιος βασιλιάς» της ινδικής κοσμολογίας αποκαλείται «κύριος» ή «στροφέας» του «τροχού». Οι Έλληνες αποκαλούσαν αυτό το κεντρικό σύμβολο «τροχό της γένεσης» ή «τροχό της μοίρας», με το ακίνητο κέντρο του να συμβολίζει την πνευματική σταθερότητα. Ο Ινδός παγκόσμιος κύριος αποκαλείται επίσης «Κύριος του Νόμου» ή «Ο Κύριος του Τροχού του Νόμου». Στην ανατολή, το αξονικό σύμβολο αντιπροσωπεύεται από το εσωτεριστικό σύμβολο της «μάνταλα» (mandala) (σανσκριτικά: «περι-ουσία» ή «κτησι-ουσία» κι επίσης «αποπεράτωση»), ενός κλιμακωτά μορφοποιούμενου συγκεντρικού διαγράμματος, με πνευματική και τελετουργική σημασία στον Ινδουϊσμό και τον Βουδισμό. Μπορούμε επίσης να το παρατηρήσουμε συχνά μεταξύ των δυτικών πολιτισμών, στις ποικίλης μορφολογίας σβάστικες (γαμμάδια – τετρασκέλια - αγκυλωτούς σταυρούς) και στους ηλιακούς τροχούς.

ΤΟ ΟΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΓΙΟ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΟ»
Άλλα σύμβολα της πνευματικότητας του παραδοσιακού πολιτισμού περιλαμβάνουν το μύθο του «Άγιου Δισκοπότηρου» (Grail ή Graal) και το Όρος.

Ο Έβολα υπήρξε ένας έμπειρος και καταξιωμένος ορειβάτης.Το βιβλίο του «Διαλογισμοί πάνω στις κορυφές - Η ορειβασία ως μεταφορά για την Πνευματική Αναζήτηση», είναι μια σειρά άρθρων που συγχωνεύθηκαν με την άδεια του το 1973, από ποικίλα σχετικά έργα του που γράφτηκαν μεταξύ 1930 και 1942. Η στάση του απέναντι στα βουνά μπορεί να συνοψιστεί στο απόσπασμα που χρησιμοποιεί από τον Νίτσε: «Πολλά μέτρα επάνω από την επιφάνεια της θάλασσας - αλλά πόσο περισσότερο επάνω από τους συνηθισμένους ανθρώπους». Ο Έβολα απέρριπτε την ρομαντική και λυρική τοποθέτηση της αστικής τάξης προς τα βουνά, τοποθετήσεις που υπερίσχυσαν στο 19ο αιώνα, καθώς επίσης και την μονοδιάστατη αντίληψη της ορειβασίας ως απλής αθλητικής δραστηριότητας, παράγμα το οποίο χαρακτήριζε «χαρακτηριστικά αμερικανικό». Θεωρούσε την ορειβασία ως μιάν αριστοκρατική αναζήτηση, κατάλληλη να οδηγήσει τον ορειβάτη - αναρριχητή πέρα από τις μάζες και την υλιστική κοινωνία, με μιά νιτσεϊκού τύπου αυτο - υπέρβαση.

Μία αναζήτηση που απαιτεί αυτοπειθαρχία και θέληση, οι οποίες προσεγγίζουν μια ψυχοσωματική και πνευματική κατάσταση ανάλογη με την επιδιωκόμενη από τους ανατολικούς και δυτικούς μυστικιστές. Το ίδιο το όρος είναι φυσικό σύμβολο του άξονα μεταξύ γήινου και θείου. Ο ‘Εβολα αναφέρει αυτήν την πνευματική άποψη περί του όρους, ως ενυπάρχουσα σε τόσο διαφορετικούς και απόμακρους πολιτισμούς όπως ο προκολομβιανός νοτιοαμερικανικός, ο γερμανικός, ο ρωμαϊκός, ο ινδικός, ο θιβετιανός, και αυτός της γοτθικής περιόδου με την παράδοση του Καρλομάγνου και του Φρειδερίκου Μπαρμπαρόσσα, που κοιμούνται μέσα στο όρος, έτοιμοι να εγερθούν και να αποκαταστήσουν την τάξη στα βασίλειά τους. Τα επιβλητικά βουνά υπήρξαν στους παραδοσιακούς πολιτισμούς το ενδιαίτημα των Θεών. Ο καθένας μας σκέφτεται αυτόματα τον Όλυμπο κι αμέσως αναδύεται ο όρος Ολύμπιος, που αποδίδεται στους Θεούς και στις ενέργειες των ηρώων που αγωνίζονται να ανέλθουν πάνω από τα γήινα όρια.

Το μυστήριο του Άγιου Δισκοπότηρου υπήρξε αρχικά αντικείμενο ενός αυτοτελούς παραρτήματος της «Εξέγερσης ενάντια στον σύγχρονο κόσμο», στην έκδοση του 1934. Ο Έβολα αναζήτησε επίμονα τις προχριστιανικές - παγανιστικές καταβολές του θρύλου του Δισκοπότηρου, του οποίου την ταυτότητα αναγνώρισε και προσδιόρισε τελικά ως «βασιλικό αίμα» («Sang real»). Αυτός ο μύθος της Αναζήτησης του Δισκοπότηρου είναι επίσης αντιπροσωπευτικός του ηρωικού ανθρώπου, που με άκαμπτη κι ακάματη ορμή, αλλά και ακλόνητο θάρρος υπερβαίνει τα άχαρα, κοινότοπα και ανιαρά όρια, τις αντιξοότητες, τους περιορισμούς, τις δυσχέρειες και τα εμπόδια, γιατί μόνον ο άξιος ιππότης είναι σε θέσει να φθάσει στο Άγιο Δισκοπότηρο. Ο θρύλος αυτός επικεντρώνεται επίσης στο σύμβολο του νεκρού, τραυματία ή κοιμώμενου βασιλιά, του οποίου το βασίλειο κείτεται σε ερείπια εξ αιτίας της απώλειας της πίστης ή της απομάκρυνσης από την ιερή παράδοση. Ο ιππότης που επιτυγχάνει στην Αναζήτηση, υφιστάμενος προηγουμένως πολυάριθμες δοκιμασίες, αποκαθιστά την υγεία του βασιλιά (ή λαμβάνει ο ίδιος τον βασιλικό χιτώνα) και επανιδρύει το βασίλειο. Ο βρεττανικός θρύλος του βασιλιά Αρθούρου αποτελεί διεθνώς την πιό γνωστή παραλλαγή αυτού του μύθου. Ο άρχοντας κοιμάται μα θα επιστρέψει σωτήρας όταν η Αλβιών βρεθεί μπροστά στον χαμό. Παρόμοια ο Γιβελλίνος αυτοκράτορας Φρειδερίκος Μπαρμπαρόσσα σύμφωνα με τον θρύλο κοιμάται στα βάθη της οροσειράς Χαρτς και θα ξυπνήσει γιά να ηγηθεί της Γερμανίας στην πιό σκοτεινή ώρα της, όπως ο στερνός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» της λαϊκής παράδοσης θα ξαναζωντανέψει για να διώξει τους αλλόφυλους τυράννους.

Ο Έβολα θεωρεί την μεσαιωνική γιβελλινική πνευματική καλλιέργεια και τα πολιτιστικά της θέσμια, ως την κορυφαία απόληξη, ως το «απόγειο», του «Δυτικού» πολιτισμού. Στην μεσαιωνική περίοδο η γερμανική αυτοκρατορική γενεά των Χοενστάουφεν αντιπροσώπευε τους Γιβελλίνους σε αντίθεση με τον παπισμό. Το αποτέλεσμα στην Ιταλία, όπου η παπική μερίδα αντιπροσωπεύθηκε από πλούσιους γαιοκτήμονες κι εμπόρους, ήταν ένας σφοδρός κι ανηλεής αγώνας μεταξύ των δύο διεκδικητών της εξουσίας. Μετά την εξαφάνιση της γιβελλινικής γραμμής διαδοχής το 1268, ο «γιβελλινισμός» ως πολιτική θεώρηση κατέληξε να συμβολίζει την νοσταλγία γιά την επάνοδο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που είχε σχεδόν επιτύχει την ευρωπαϊκή ενότητα.

Ο μύθος του «Άγιου Δισκοπότηρου» κατά τον Έβολα έχει απόλυτα ενσωματωθεί στον πυρήνα της γιβελλινικής παράδοσης. Συνεχίζεται ως μιά προσπάθεια αποκατάστασης του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι ιππότες του Γκράαλ σύμφωνα με τον Έβολα, συνέχισαν να υπάρχουν στο Τάγμα των Ναϊτών, το οποίο για τον λόγο αυτόν κατεστάλη με άφατη σκληρότητα από το Βατικανό. Επίσης και οι Ροδόσταυροι σκόπευαν στην αποκατάσταση της Παράδοσης στην Ευρώπη κι από αυτήν τους την κινητήρια ιδέα απορρέουν οι αναφορές στις διακηρύξεις τους, τόσο στους «Ιππότες του Χρυσού Λίθου», όσο και στον αναστημένο βασιλιά που φορά το ναϊτικό σταυρό. Γιά τον Έβολα ο θρύλος του Άγιου Δισκοπότηρου παραμένει ένας κεντρικός μύθος γιά την ευρωπαϊκή αναγέννηση κι ενότητα, ένα σύμβολο του πολεμιστή-ιερέα τον οποίον ο στοχαστής προτρέπει να διατηρήσει την πνευματική του αγνότητα μέσα στην σύγχρονη Σκοτεινή Εποχή.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΤΑΞΗ
Στον παραδοσιακό πολιτισμό η κοινωνική τάξη είχε πολυδύναμη διάσταση: Η αριστοκρατία δεν ήταν μόνο πολιτική αλλά επίσης πνευματική και εστία της παράδοσης, με τον θεϊκό άρχοντα να δρά ως συνδετικός δεσμός των δύο οδών μεταφυσικής προσέγγισης, αφενός της ηρωικής δράσης, αφετέρου της στοχαστικής περισυλλογής και του διαλογισμού. Η περισυλλογή εκδηλωνόταν στις τελετουργίες και ιεροπραξίες του παραδοσιακού πολιτισμού, ενώ η κοινωνική τάξη στηριζόταν στον παραδοσιακό νόμο και την κάστα, με πολιτειακή έκφρασή της τάξης την αυτοκρατορία.

Ο Έβολα λέει πως αυτά τα θεμέλια του παραδοσιακού πολιτισμού σαρώθηκαν από τον θρίαμβο του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού του παρόντος. Η εκκοσμίκευση της αριστοκρατίας στο «Δυτικό» πολιτισμό είχε αρχίσει ήδη από τη μέση φεουδαρχική περίοδο και οδήγησε κλιμακωτά στην γενικευμένη αποσύνθεση της αριστοκρατίας μέχρι την ώρα της Γαλλικής Επανάστασης. Την αριστοκρατία αντικατέστησε η αστική τάξη με τις χρηματοοικονομικές της αξίες. Ο Έβολα αναφέρει πως η παρακμή και η πτώση της παραδοσιακής αριστοκρατίας οδήγησε στην ανάδυση μιας αριστοκρατίας «της διανόησης αντί του πνεύματος». Συνεπώς, ο μέγιστος αρχικός σκοπός, η αντικειμενική επιδίωξη, η πρωταρχική χρησιμότητα των κυβερνητών να λειτουργούν πρώτιστα ως γέφυρα προς το θείο, είναι ήδη νεκρά στον «Δυτικό» πολιτισμό από αιώνες.

Ο Έβολα είναι αμετανόητα πατριαρχικός, διαπιστώνοντας στην λατρεία της θεάς ορισμένων πολιτισμών όχι τις πιό αρχέγονες μορφές λατρείας (όπως είναι τώρα του συρμού να διατείνονται οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές), αλλά ως μιάν ύστερη και φθαρμένη πνευματική ανάπτυξη, που προέκυψε από τους υποβαθμισμένους κύκλους της Ιστορίας. Δηλώνει πως οι παραδοσιακοί πολιτισμοί στην αρχέγονη, πρωτογενή και αυθεντική τους κατάσταση ήσαν ηλιακοί και προσανατολισμένοι στον ουρανό, παρά στραμμένοι στην λατρεία της θεάς και με χθόνια κατεύθυνση. Η ηθική των παραδοσιακών πολιτισμών είναι επομένως αρσενικής φύσης και περιλαμβάνει «την ανδρεία, την τιμή και τον χαρακτήρα, όπως αυτά εκδηλώνονται πανίσχυρα στην αποκορύφωση ενός πολιτισμού στην αριστοκρατική κάστα του».

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΥΚΛΙΚΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΡΑΜΜΙΚΗ
Ο Έβολα απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε έννοια ιστορικής γραμμικότητας. Ούτε ο άνθρωπος ούτε η φύση προχωρούν με γραμμικό τρόπο. Η Ιστορία δεν συνεχίζει σε μιάν ευθεία γραμμή προόδου από το πρωτόγονο στο σύγχρονο, με δήθεν κορυφαίο σημείο της την σύγχρονή μας τεχνολογική φάση του «Δυτικού» πολιτισμού. Μάλλον, με την αλληλοδιαδοχή των κοσμικών εποχών ο άνθρωπος εξέπεσε από μια «προτέρα υψηλή κατάσταση». Ο Έβολα επικαλείται πως αυτή η ανορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση της Ιστορίας προέρχεται από πολυάριθμους πολιτισμούς, οι οποίοι δηλώνουν πως η πρωταρχική κατάσταση του ανθρώπου απείχε πολύ από το να είναι ζωώδης ή πιθηκοειδής, τουναντίον ήταν «παραπάνω από ανθρώπινη». Η τωρινή κατάσταση του ανθρώπου είναι συνεπώς «μία θλιβερή υποβάθμιση και συνάμα ένας φρικτός εξευτελισμός».

Αντίθετα προς τους συμβατικούς ιστορικούς, ο Έβολα θεωρεί πως η Αναγέννηση αποτελεί το σημείο έναρξης της παρακμής του «Δυτικού» πολιτισμού, το εναρκτήριο σημείο του θριάμβου του ορθολογισμού επί του πνεύματος, θριάμβου ο οποίος οδήγησε έως τις ημέρες μας στην κλιμακωτή άνοδο και κυριαρχία του υλισμού. Κατά την διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου, η παραδοσιακή σοφία μεταφέρθηκε και στηρίχθηκε από μυστικές εταιρείες όπως οι Ροδόσταυροι. Σ’ αντίθεση μ’ αυτές τις εταιρείες ήσαν εκείνες οι δυνάμεις που υποστήριζαν τα λογοκρατούμενα και ορθολογιστικά δόγματα μέσω των Ιλλουμινάτων και των Μασσώνων, οι οποίοι στάθηκαν εξαιρετικά ισχυροί και σημαίνοντες παράγοντες στην υπόθαλψη της γαλλικής, της αμερικανικής και άλλων περιφερειακών επαναστάσεων.

Με την άνοδο του υλισμού, αποϊεροποιήθηκε το οτιδήποτε, συμπεριλαμβανομένων και των καστών πάνω στις οποίες βασίσθηκε η παραδοσιακή κοινωνική τάξη. Υπήρξε μια «βαθμιαία μεταστροφή και μετατόπιση της ισχύος από τον πολεμιστή στον έμπορο και στις κεφαλαιοκρατικές ολιγαρχίες», που αντικατέστησαν τους θεϊκούς ιερείς-βασιλείς. Το αποτέλεσμα ήταν μιά αυξανόμενη αποανθρωποποίηση. Ο Έβολα αναφέρεται στην εξύμνηση του σύγχρονου ανθρώπου όπως παρουσιάστηκε επ΄ ονόματι της επιστήμης μέσα από τις σύγχρονες ιδεολογίες περί προόδου και εξέλιξης.. Αυτό σήμανε την εγκατάλειψη των «παραδοσιακών αληθειών» που εμφορούνταν από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος έχει «υπερβατική προέλευση».

Έτσι : «... η Δύση δεν πιστεύει πλέον στην αριστοκρατία της καταγωγής, αλλά στο διανόημα πως ο πολιτισμός εκπηγάζει από την βαρβαρότητα, η θρησκεία από την δεισιδαιμονία, ο άνθρωπος από το ζώο, η σκέψη από την ύλη και κάθε πνευματική μορφή προέρχεται από την εξιδανίκευση, τον εξευγενισμό ή την αντιμετάθεση της ίδιας ουσίας η οποία δημιουργεί το ένστικτο, την λιβιδώ – ηδυπάθεια, τα συμπλέγματα...»

Το αποτέλεσμα της διήθησης που προξένησε αυτή η εξελικτική γραμμικότητα σε κάθε διάσταση της διανοητικής αναζήτησης του ανθρώπου υπήρξε καταστροφικό, ανατρέποντας «κάθε αξία» και «αποϊεροποιώντας» την ανθρωπότητα. Ο Έβολα ανέπτυξε διεξοδικά μιαν αντιυλιστική μορφή φυλετισμού σ’ ένα φυλλάδιο με τίτλο «Η Φυλή ως Επαναστατική Ιδέα». Σ’ αυτό το έργο του αποκηρύσσει και αποκρούει την ιδέα πως ο άνθρωπος προήλθε από πιθηκόμορφα πλάσματα και εξελίχθηκε σε υψηλότερες μορφές, παράγοντας πολιτισμό. Σχετικά, δέχεται μάλλον ότι εφόσον πράγματι υπήρξαν τέτοια πιθηκοειδή πλάσματα, αυτά ανήκαν σε μιά κατώτερη ζωϊκή γραμμή που δεν συνεχίστηκε στον Homo sapiens.

«Η αληθινή και ουσιαστική προέλευση του ανθρώπου πρόκειται να βρεθεί αλλού, στις ανώτερες φυλές, οι οποίες ήδη κατά τις προϊστορικές εποχές κατείχαν έναν πολιτισμό περιορισμένης μεν υλικής ανάπτυξης, αλλά ιδιαίτερα αξιοσημείωτου, εξαιρετικά ανυψωμένου πνευματικού περιεχομένου, τέτοιου ώστε να υποδειχθούν συμβολικά στις ενθυμήσεις όλων των λαών τόσο πολύ έντονα, ως “θείες φυλές”, ως φυλές των “θεοειδών ανθρώπων”».

Η μορφή του φυλετισμού που διακηρύσσει ο Έβολα τοποθετείται «ενάντια στον μύθο της απρόσωπης προλεταριακής μάζας δίχως πατρίδα». Ο Έβολα θεωρεί την «πρακτική εφαρμογή της αναβίωσης του φυλετισμού και του εθνικισμού» ως «μία από τις πλέον ουσιώδεις προπαρασκευαστικές προϋποθέσεις γιά την αναδιοργάνωση εκείνων των δυνάμεων, οι οποίες μέσω της κρίσης του σύγχρονου κόσμου βυθίζονται στο τέλμα μιάς μηχανικής, συλλογικής και διεθνιστικής ανάξιας αποδιαφοροποίησης και αδιαφορίας. Αυτό το καθήκον (της εφαρμοσμένης αναβίωσης) είναι ζήτημα ζωής και θανάτου γιά το μέλλον του Ευρωπαϊκού πολιτισμού»

Αυτός ο φυλετισμός κατά τον Έβολα «...αρνείται να θεωρήσει τον κάθε ξεχωριστό άνθρωπο αποκομμένο ως ένα άτομο». Αντίθετα θεωρεί τον καθένα στον χώρο και στον χρόνο, ως μέλος μιας κοινότητας που εκφράζει την συνέχεια στο παρελθόν και στο μέλλον, «μιας καταγωγής, ενός αίματος, μιάς παράδοσης».

Ωστόσο, γιά τον Έβολα ο φυλετισμός επ’ ουδενί λόγω δεν σταματά «σε βιολογικό μόνον επίπεδο, διαφορετικά θα ήταν αντάξιος της κατηγορίας του Εβραίου Τρότσκυ πως είναι “ζωολογικός υλισμός”.»

Ο άνθρωπος διαφοροποιείται από το ζώο στην κατοχή όχι μόνον ενός εξελικτικά διαφοροποιημένου ιδιαίτερου σώματος αλλά και μιας ψυχής κι ενός πνεύματος. Επομένως, οι άνθρωποι είναι όχι μόνο διαφορετικοί στο σώμα, αλλά και στην ψυχή και στο πνεύμα. Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι αυτό των Εβραίων, οι οποίοι αποκαλούνται από τον Έβολα «μια ψυχική φυλή» και οι οποίοι συχνά είχαν μιαν έντονη επίδραση αποσύνθεσης επάνω στην κοινωνία των Εθνών. Αυτή η «ψυχική φυλή» μπορεί επίσης να υπάρξει μέσα σε ένα άτομο του οποίου η σωματική φυλή είναι διαφορετική.

«ΑΠΟΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΗΣΗ» - ΑΠΟΚΤΗΝΩΣΗ
Γιά τον Έβολα οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν ακριβώς όπως και η ΕΣΣΔ τον υλιστικό θρίαμβο πάνω στο πνεύμα. Αυτή η αποκτήνωση έχει οδηγήσει σ’ έναν νέο ανθρώπινο τύπο. Οι οικονομικές τάξεις έχουν αντικαταστήσει τις κάστες, οι οποίες ήσαν αντανακλάσεις της θείας τάξης, της κοσμικής επιταγής. Ως εκ τούτου, στην δομή της ισχύος, ο έμπορος αντικατέστησε τον πολεμιστή, οι βασιλιάδες των χρημάτων αντικατέστησαν τους «βασιλιάδες του αίματος και του πνεύματος». Ο Έβολα περιγράφει αυτήν την κατάσταση στην «Εξέγερση ενάντια στον σύγχρονο κόσμο», δηλώνοντας: «Επιπλέον η σύγχρονη κοινωνία μοιάζει μ’ έναν οργανισμό που έχει μεταπέσει από έναν ανθρώπινο σε έναν υπανθρώπινο - κτηνώδη τύπο, στον οποίο κάθε δραστηριότητα και αντίδραση καθορίζονται από τις ανάγκες και τις επιταγές της καθαρά φυσικής ζωής

Η αποπνευματοποίηση αντανακλά επίσης και στην αρχιτεκτονική: μέσω κύκλων υποστροφής το κυρίαρχο κτήριο μετατοπίστηκε από τον ναό – τέμενος (θείος κυβερνήτης) στο οχυρό και στο φρούριο (κάστα των πολεμιστών), στην περιτοιχισμένη πόλη-κράτος (εποχή των εμπόρων), στο εργοστάσιο και τελικά «στα βαρετά, ανιαρά, μονότονα και πληκτικά κτήρια που αποτελούν τις κυψέλες του μαζανθρώπου». Παρόμοια και ανάλογα, η οικογένεια κατρακύλησε από μία εκδήλωση του ιερού σε μια νομικίστικη μονάδα, μια συμβατική κοινωνική ψηφίδα και θα αντικατασταθεί από το «κόμμα», την «κοινωνία των πολιτών», τους «ανθρώπους» και καταληκτικά από την «ανθρωπότητα» (διανοήματα δηλαδή που υπήρξαν το δηλωμένο ιδανικό των κομμουνιστών και είναι το αντίστοιχο ιδανικό των σύγχρονων απολίτικων είτε στρατευμένων οικουμενιστών της παγκοσμιοποίησης).

Αντίστοιχα και η περί πολέμου αντίληψη πέρασε από «ανάλογες φάσεις»: από τον «ιερό πόλεμο» στον πόλεμο που εξαπολύεται γιά την τιμή του άρχοντα (η κάστα των πολεμιστών) κι ύστερα στους πολέμους μεταξύ των εθνών γιά οικονομικά συμφέροντα (η κάστα των εμπόρων). Η αραβική πολιτιστική κληρονομιά και το πνεύμα της, είναι το στερνό κατάλοιπο ενός πολιτισμού που συνεχίζει στα χρόνια μας να διατηρεί και να υπερθεματίζει την έννοια και την αντίληψη του ιερού πολέμου (Τζιχάντ).

Στην αισθητική, η ιερή τέχνη έδωσε την θέση της στην επική τέχνη και στα ποιήματα της κάστας των πολεμιστών, αυτή εκτοπίσθηκε από την ψυχολογική τέχνη που παρήχθηκε για κατανάλωση της εμπορικής κάστας, και τελικά μετεξελίχθηκε στην κοινωνική τέχνη που παρήχθηκε για τις μάζες. Στην εποχή που η ΕΣΣΔ ήταν ένα θριαμβευτικό κυρίαρχο φάσμα πάνω σ’ ένα μεγάλο μέρος της Ευρώπης, ο Έβολα είδε την τελική φάση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όταν μετά από την καπιταλιστική περίοδο (της εμπορικής κάστας), είχε έλθει η ώρα της κάστας του δουλοπάροικων, που αντιπροσωπεύθηκε στο ιστορικό δρώμενο από τον κομμουνισμό.

Ωστόσο ο Έβολα αναγνωρίζει πως ακόμη και για τους μπολσεβίκους, η κινητήρια δύναμη, η ζωογόνα ορμή, η τελική ώθηση προήλθε από την Αμερική, ως κέντρου του τεχνικού και μηχανικού κόσμου. Ο Έβολα παραθέτει αρκετές σοβιετικές πολιτικές οδηγίες («ντιρεκτίβες») στις πρώτες μέρες του μπολσεβίκικου καθεστώτος, που αναφέρονται και προσβλέπουν στην Αμερική, καθώς αυτή είχε αρχίσει μιαν ιστορική διαδικασία μηχανοποίησης. Ο Έβολα δηλώνει ότι η Αμερική δεν αντιπροσωπεύει ένα «νέο» ή νεανικό έθνος, αλλά το τελικό προϊόν ενός κύκλου ευρωπαϊκής αποσύνθεσης, «την πιό σχολαστική και ακριβέστερη αντίφαση της αρχαίας ευρωπαϊκής παράδοσης». Το αμερικανικό ιδεώδες είναι άψυχο και μηχανικό. Ένα υπερτροφικό και άχαρο κοσμοϊστορικό «ζόμπι».

Γράφοντας γιά τον «αμερικανικό πολιτισμό» σ’ ένα δοκίμιο του 1945 με τον τίτλο αυτόν, ο Έβολα δηλώνει ότι αν και δημοφιλής στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η έννοια ότι είναι «νέο έθνος» με «τα ελαττώματα της νιότης», στην πραγματικότητα είναι μάλλον «η τελική φάση της σύγχρονης Ευρώπης». Ο αμερικανικός πολιτισμός είναι ο αντιπρόσωπος «των πιό γερασμένων πτυχών του Δυτικού πολιτισμού».

Αναφερόμενος στις αρνητικές συνιστώσες του ιστορικού δρωμένου στις ΗΠΑ γράφει : «Ό,τι υπάρχει στην Ευρώπη σε αραιωμένες μορφές, ενισχύεται και συγκεντρώνεται στις ΗΠΑ, όπου αποκαλύπτεται ως συμπτώματα αποσύνθεσης καθώς και πολιτιστικών και ανθρώπινων οπισθοδρομήσεων και υποστροφών». Η μεταφυσική της ιστορίας του Έβολα συμπεραίνει ότι «...η τελική κατάρρευση των ΗΠΑ δεν θα έχει καν τον χαρακτήρα μιας τραγωδίας».

Ο Έβολα εξέπεμψε προσκλητήριο για μια «νέα ενωτική Ευρωπαϊκή συνείδηση». Θεωρούσε αναπόφευκτο ότι «το πεπρωμένο θα διαγράψει την τροχιά του, ο ποταμός της ιστορίας κυλά κατά μήκος της κοίτης που χάραξε γιά τον εαυτό του.»

ΟΙ ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ - ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΑΕΙΖΩΗΣ ΠΥΡΑΣ
«Οι δυνατότητες που είναι ακόμα διαθέσιμες στους έσχατους καιρούς, αφορούν μόνο σε μια μειονότητα…» Αυτή η μειονότητα υπάρχει σ’ ολόκληρο τον κόσμο κι’ εκείνοι που την συνιστούν είναι κατά ένα μεγάλο μέρος άγνωστοι ο ένας στον άλλο, αλλά ενώνονται από έναν πνευματικό δεσμό και «διαμορφώνουν μιαν άθραυστη αλυσίδα από παραδοσιακά πνεύματα». Αποφεύγουν το επίκεντρο της σύγχρονης δημοτικότητας και του πολιτισμού. «Ζουν στα πνευματικά ύψη και δεν ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο».

Αυτή η πνευματική μειονότητα δεν ενεργεί στον κόσμο, αλλά συμβολικά τείνει προς την «αιώνια φλόγα» της παράδοσης, η οποία εξασφαλίζει ότι η γη συνδέεται ακόμα με τον «υπερ-κόσμο». Ο Έβολα δηλώνει ξεκάθαρα ότι αυτό που μπορεί να πράξει αυτή η μειοψηφία είναι να στρατεύσει στο πλευρό της «εκείνους που είναι σαστισμένοι, αμήχανοι, παραζαλισμένοι από τον σύγχρονο κόσμο κι επιζητούν την απελευθέρωση, έστω κι αν δεν γνωρίζουν σε τίνος το όνομα». Είναι συνεπώς αναγκαίο να υπάρχουν οι «φύλακες των ιδεών» που θα παρίστανται ως απολογητές των αξιών της παράδοσης και θα ανθίστανται σθεναρά στις αντιπαραδοσιακες δυνάμεις, ώστε «να συνεχίζουν ν’ αντέχουν ανάμεσα σ΄ έναν κόσμο ερειπίων».

Μιά άλλη ατραπός που υποδεικνύει ο Έβολα, η οποία φέρνει στη μνήμη το διά στόματος Ζαρατούστρα νιτσεϊκό απόφθεγμα «Σπρώξτε ότι πέφτει» [3], είναι να επιταχυνθεί η διαδικασία καταστροφής, ώστε ανάλογα να επιταχυνθεί κι ο ερχομός μιάς νέας φυσικής και κοσμικά εναρμονισμένης τάξης, που θα εξαφανίσει την σύγχρονη μεταπολεμική παγκόσμια τάξη των δυνάμεων «της οικονομίας και της διάλυσης». Αυτή η επιλογή βέβαια θ’ απαιτούσε να έλθει κάποιος σε ρήξη με τις πιό καταστρεπτικές διαδικασίες της σύγχρονης εποχής, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να προστατεύει την ψυχή και το πνεύμα του, ώστε να τα χρησιμοποιήσει γιά την απελευθέρωση. Ο Έβολα το εξήγησε απλά και ξεκάθαρα, δηλώνοντας «αυτό θα ήταν γιά κάποιον ωσάν να αυτοδηλητηριαστεί με το δηλητήριο ως αντίδοτο ή ωσάν να ιππεύσει μια τίγρη», μιά φράση δανεισμένη από την Ινδοάρια παράδοση. «... Παρά το ότι η Κάλι Γιούγκα είναι μια εποχή μεγάλων περισπασμών, παραφορών και αλλοφροσυνών, εκείνοι που ζούν κατά την διάρκειά της και κατορθώνουν να παραμένουν ορθοί, μπορούν να επιτύχουν αποτελέσματα που δεν κατορθώθηκαν εύκολα από ανθρώπους οι οποίοι έζησαν σ’ άλλες εποχές».

«Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ» (1971)


Ήταν ήδη αναγνωρισμένο από τους αρχαίους χρόνους πως υπήρχε μία αναλογία, μιά άμεση αντιστοιχία ανάμεσα στο ανθρώπινο όν και στον ευρύτερο και μεγαλύτερο ανθρώπινο οργανισμό που αποτελεί το Κράτος. Η Παραδοσιακή αντίληψη περί Κράτους, αντίληψη οργανική και αρθρωτή, αντανακλούσε πάντοτε την φυσική ιεραρχία των δυνατοτήτων οι οποίες προσιδιάζουν στο ανθρώπινο όν με την πλήρη έννοια του όρου, στο οποίο όν, το καθαρώς φυσικό και σωματικό μέρος του κυβερνάται από τις ζωτικές δυνάμεις που υπόκεινται και υπακούουν στην ζωή της ψυχής και στον χαρακτήρα, ενώ στην κορυφή όλων βρίσκεται η πνευματοδιανοητική του αρχή, αυτό που οι Αρχαίοι αποκαλούσαν «ο εσωτερικώς κυρίαρχος», το «ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ» των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων

[βλ., Επίκτητος, Θεόφραστος, Διογένης Λαέρτιος, Μάρκος Αυρήλιος. Μάλιστα ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης -Ε' αιώνας π.Χ.- ήταν ο πρώτος Έλληνας που υποστήριξε πως ο εγκέφαλος αποτελεί το όργανο όπου εδράζεται το «ηγεμονικόν», αποδίδοντάς του σαφώς και μια βιολογική-ανατομική αντιστοιχία : «Εν τω εγκεφάλω το ηγεμονικόν». Ειδικότερα γιά τους Στωικούς η ενιαία ψυχή έχει οκτώ διαφορετικά «διαμερίσματα» : το «Ηγεμονικόν», τις πέντε Αισθήσεις ή «Αισθητικά»,το «Σπερματικόν» και το «Φωνητικόν», με καθοδηγητικό κέντρο όλων των κινήσεών της κι’ απόλυτα κυρίαρχο στοιχείο της το «Ηγεμονικόν», το οποίο παρομοιάζεται με μιαν αράχνη που στέκει στο κέντρο του ιστού, δεχομένη αυτοστιγμεί όλα τα μηνύματα για ο,τιδήποτε την πλησιάζει. Εξοπλισμένη μ’ αυτά τα επιμέρους «διαμερίσματά» της, η ψυχή φθάνει στην πλήρη ανάπτυξή της όταν κατορθώνει να προσλαμβάνει τις λεγόμενες «κοινές έννοιες» (αυτό υπολογιζόταν από τους στωϊκούς στο 7ο έτος της ανθρώπινης ηλικίας) και καθίσταται η ίδια μία πλήρης λογική αλλά και γενετική Αρχή όταν φθάνει στην «ωριμότητά» της - από 14 ετών- καθώς το άτομο έχει πλέον διαμορφώσει εντός του όλες τις «κοινές έννοιες» ή τις «εμφύτους προλήψεις», δηλαδή εκείνες τις φυσικές γνώμες που συναπαρτίζουν μία κοινή για όλους τους ανθρώπους έννοια.

Εκείνο το στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης που η Στωική φιλοσοφία χαρακτήρισε ως «Ηγεμονικόν», αφορά στο «φιλοσοφείν» ως στάση ζωής, ως αναζήτηση της α-λήθειας, ως τρόπο προσέγγισης της πραγματικότητας, δηλαδή αφορά εν τέλει στη θεμέλια γεννήτρια της συμπεριφοράς και της σκέψης. Αυτό το στοιχείο συνιστά την όποια ξέχωρη «φιλοσοφική στιγμή» στον τρόπο ζωής όλων των ανθρώπων, αλλά αντιστοιχεί επίσης στην διαρκή φιλοσοφική πραγμάτωση της ύπαρξης των «Αρχόντων», όπου το Ηγεμονικόν ανθοφορεί, θάλλει και ωθεί στην αληθινή δημιουργία. Γιά τούτο ο Μέγας Πλάτων θέτει ως πρόταγμα της ιδεώδους «Πολιτείας» του «είτε να βασιλεύουν οι φιλόσοφοι είτε να φιλοσοφούν οι βασιλεύοντες».



Hγεσία ανθρώπων επιτυγχάνεται μόνον όταν μέσα μας άρχει το Ηγεμονικόν μέρος της ψυχής. Αυτό το Ηγεμονικόν, ο νους, προσπορίζει την αρτιότητα, την ολοκλήρωση και την καλλιέργεια, δηλαδή ό,τι οι Έλληνες συμπύκνωσαν στην σπουδαία και κομβική λέξη Αρετή (που σημαίνει την σύναψη, συγκέντρωση, συναρμογή και εναρμόνιση των πολλών και αντιθέτων πραγμάτων και δρωμένων-«αραρίσκειν»). Κάθε άλλη νομή και χρήση της πολιτειακής ισχύος είναι Εξουσία και όχι Ηγεσία, η οποία Ηγεσία είναι και ο μέγιστος και μόνος τιμωρός των κάθε λογής εξουσιαστών, απείρως ισχυρότερος της αναρχίας. Αυτή η άδικη και «εκτός κοσμικής τάξης» εξουσία είναι που απαρνείται την λειτουργία του Ηγεμονικού σε συλλογικό επίπεδο και το εξατομικεύει (αποσιωπώντας γιά λόγους δόλιας αγελαίας μαζικότητας, ψευδοανθρωπιστικής αλληλεγγύης και υπάνθρωπης αντιαριστοκρατικής εμπάθειας στον έωλο θεωρητικό της λόγο ότι, η εμβίωση και πραγμάτωσή του Ηγεμονικού είναι σκληρό και θλιβερό προνόμιο των ολίγων, των εκλεκτών).

Σύμφωνα με τους Στωϊκούς, τα «Κακά», είναι εκείνα τα πράγματα, εκείνα τα δρώμενα, τα οποία οφείλει να αποφεύγει συστηµατικά ο φιλόσοφος στον δρόµο του μετασχηματισμού του προς «Σοφό». Οι Στωϊκοί διακρίνουν τρία είδη «Κακών»: τις «Κακίες», τις «Κακουργίες» και τα «Πάθη». Στις «Κακίες» κατατάσσουν τον Παραλογισµό, την Άγνοια, την Αδικία, την Απιστία, την Κτητικότητα, την άλογη Εχθρότητα, την Ανανδρία και την Απερισκεψία, ενώ στις «Κακουργίες» τις Ανόητες κι Άδικες πράξεις. Ως «Πάθη» κατά τους Στωϊκούς ορίζονται όλες οι «ορμές δίχως µέτρο, ανεξέλεγκτες ή «πλεονάζουσες», που θεωρούνται ασθένειες κι αναπηρία της ψυχής και είναι διαταρακτικές για το «Ηγεµονικόν» της ψυχής και κατά προέκταση για ολόκληρη την ύπαρξη.

Ακόμη και σύμφωνα με την ορθόδοξη πνευματική παράδοση, ο Νούς είναι η κυρίαρχη δύναμη της εσωτερικής ζωής, «το ηγεμονικόν» της στοιχείο - βλ. Ευάγριος, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, Φίλων ο Αλεξανδρεύς, Γρηγόριος Νύσσης, Φώτιος.]

Σύμφωνα μ’ αυτές τις παραδοσιακές ιδέες είναι περισσότερο από προφανές ότι, η όποια μορφή δημοκρατίας εμφανίζεται ως ένα οπισθοδρομικό και αντιεξελικτικό φαινόμενο, ως ένα σύστημα στο οποίο κάθε φυσική σχέση ανατρέπεται, καθώς στο δημοκρατικό κράτος το «ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ» είναι ολότελα ανύπαρκτο. Επιπλέον η κατεύθυνση του Κράτους εκπηγάζει και προέρχεται εκ των κάτω στιβάδων της ένζωης ύπαρξης, με έναν αντιιστορικό και αντιφυσικό τρόπο.

Στην δημοκρατία ελλείπει κάθε πραγματικό «κέντρο» της ύπαρξης, τόσο της ατομικής όσο και της συλλογικής. Υπάρχει μια ανακλητή ψευδοεξουσία και μάλιστα στην υπηρεσία αυτού ακριβώς του στοιχείου που βρίσκεται πιό χαμηλά, δηλαδή στην υπηρεσία της καθαρώς υλικής – «κοινωνικής», οικονομικής και ποσοτικής πλευράς ενός λαού.

Η δημοκρατία συνεπώς αντιστοιχεί, σύμφωνα με την ανωτέρω παραδοσιακή αναλογία, στην εξής κατάσταση στην περίπτωση ενός ατόμου: ένα πνεύμα και μία πνευματική αρχή που δεν θα είχαν άλλο λόγο ύπαρξης από το να εκπροσωπούν τις ανάγκες του σώματος, στο οποίο σώμα θα ήσαν εν κατακλείδι στην υπηρεσία του. Μ’ άλλα λόγια ένας νούς προορισμένος να υπάρχει αποκλειστικά και μόνο γιά να εξυπηρετεί τις φυτικές διαδικασίες των εντέρων.

Η έλευση της δημοκρατίας είναι κάτι πολύ βαθύτερο, πολύ σοβαρότερο και πολύ χειρότερο από αυτό που φαίνεται ότι είναι σήμερα μόνον από πολιτικής πλευράς. Είναι δηλαδή μ’ άλλα λόγια αυτή η ίδια η πλάνη και η παντελώς ηλίθια οίηση μιας κοινωνίας, που σκάβει τον ίδιο της τον τάφο. Μπορεί πραγματικά να υποστηριχθεί χωρίς καμία αμφιβολία ότι, η «δημοκρατική ατμόσφαιρα» είναι τέτοια, ώστε δεν μπορεί παρά να εξασκήσει μακροπρόθεσμα μία βέβαιη εκφυλιστική επίδραση στην ανθρώπινη προσωπικότητα και μάλιστα στις καθ’ εαυτό «υπαρξιακές», ουσιώδεις και θεμελιακές όψεις της προσωπικότητας, ακριβώς επειδή υπάρχουν, όπως προαναφέρθηκε, σαφείς και άρρηκτες αντιστοιχίες μεταξύ του ατόμου ως «μικρού οργανισμού» και του κράτους ως «μεγάλου οργανισμού».

Αυτή η διαχρονική ιδέα επιβεβαιώνεται με την εξέταση των διαφόρων όψεων της φυσικής κοινωνίας. Είναι γνωστό πως ο Πλάτων έλεγε ότι, είναι καλό τα άτομα που δεν διαθέτουν δικό τους «εσωτερικό άρχοντα» να βρίσκουν τουλάχιστον έναν άρχοντα έξω από αυτά. Σ’ ότι, λοιπόν, παρουσιάσθηκε μεταπολεμικά ως η «απελευθέρωση» εκείνου ή του άλλου λαού, [γεγονός μάλιστα που στην πραγματικότητα πολλές φορές επιβλήθηκε, ακόμη και με την καταφυγή στην ωμή βία (όπως π.χ. μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), για ν’ απολαύσουν οι λαοί τα δήθεν «αγαθά» της «δημοκρατικής περιόδου», η οποία εξαφάνισε κάθε αρχή κυριαρχίας, αυθεντικής εξουσίας και τάξης προερχομένης «εκ των άνω»], αντιστοιχεί σήμερα, σε ένα μεγάλο αριθμό αγελαίων ατόμων, φορέων μίας δήθεν «απελευθέρωσης», η οποία αποτελεί εξαφάνιση κάθε εσωτερικής «μορφής», κάθε χαρακτήρα, κάθε ευθύτητας, με μία λέξη, αποτελεί την παρακμή ή την απουσία στο άτομο, αυτής της κεντρικής, κατευθυντήριας, ζωογόνας και συνεκτικής δύναμης που οι Αρχαίοι αποκαλούν ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΝ.

Κι αυτό συμβαίνει, όχι μόνο στο ηθικό επίπεδο, αλλά επίσης στο πεδίο της πλέον καθημερινής συμπεριφοράς, στο επίπεδο της ατομικής ψυχολογίας και της ίδιας της υπαρξιακής δομής. Το αποτέλεσμα είναι ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός ασταθών και αμόρφων ατόμων, είναι η εισβολή αυτού του στοιχείου που θα μπορούσε να αποκληθεί Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΕΦΗΜΕΡΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Πρόκειται για μία φυλή που αξίζει να μελετηθεί και να ορισθεί ακριβέστερα απ’ ότι μπορούμε να πράξουμε στον περιορισμένο χώρο αυτού του κειμένου, χωρίς μάλιστα να διστάσουμε να προστρέξουμε και σε επιστημονικές, πειραματικές μεθόδους.

Ο τύπος ανθρώπων για τον οποίο μιλάμε δεν είναι μόνο κενός κάθε εσωτερικής πειθαρχίας, δεν έχει μόνο τον φόβο να τεθεί «ενώπιος εαυτώ», αλλά είναι επίσης ανίκανος να αναλάβει οποιαδήποτε σοβαρή δέσμευση, ανίκανος να ακολουθήσει έναν ακριβή προσανατολισμό, να επιδείξει χαρακτήρα. Μπορούμε να πούμε ότι εν μέρει δεν το θέλει και εν μέρει δεν το μπορεί.

Είναι πραγματικά ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι, αυτή η αστάθεια δεν είναι πάντοτε στην υπηρεσία του χωρίς αναστολές προσωπικού συμφέροντος, δεν είναι πάντοτε η αστάθεια εκείνου που λέει αστόχαστα και ξεδιάντροπα : «Δεν είμαστε σ’ εποχή όπου μπορεί κανείς να έχει την πολυτέλεια να διαθέτει χαρακτήρα». Σαφώς όχι! Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις, η συμπεριφορά αυτή δρα σε βάρος των ίδιων των εν λόγω προσώπων. Είναι άλλωστε ενδεικτικό πως αυτός ο αδύναμος τύπος ανθρώπου παρουσιάζεται το ίδιο και σε χώρες, όπου η Φυλή και η Παράδοση υπήρξαν ολότελα ευνοϊκές (πρέπει να έχουμε υπόψη μας ως τέτοια παραδείγματα πρωτίστως την Κεντρική Ευρώπη και τις Σκανδιναβικές χώρες, αλλά και εν τινι μέτρο την Αγγλία), καθώς και σε κοινωνικές τάξεις, όπως η αριστοκρατία και η τάξη των τεχνιτών, των οποίων οι εκπρόσωποι γνώριζαν να κρατούν, μέχρι μία πρόσφατη εποχή, μία κάποιαν εσωτερική μορφή.

Η παρακμή κάθε είδους «επαγγελματικής τιμής» – μιας τιμής που υπήρξε πράγματι πολύτιμη εκδήλωση στο πρακτικό πεδίο της ηθικής συνείδησης και ακόμη μιας ορισμένης ευγένειας – προέρχεται πράγματι από την ίδια διαδικασία αποσύνθεσης. Η χαρά του δράν και του παράγειν στον άνθρωπο σύμφωνα με την ιδιαίτερη γνώση και τέχνη του, δίνοντας το καλύτερο μέρος του εαυτού του με ενθουσιασμό και τιμιότητα, υποχωρεί πλέον μπροστά στο πιο άμεσο συμφέρον, που δεν σταματά ούτε μπροστά στην παραποίηση του έργου του, ούτε στην αλλοίωση του προϊόντος, ούτε μπροστά στην απάτη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάμεσα σε τόσα άλλα δείγματα της γενικευμένης παρακμής αποτελούν οι απάτες που σχετίζονται με τα τρόφιμα, πιο εκτεταμένες και πιο κυνικές από ποτέ, οι οποίες προέρχονται όχι απλά από εγκληματική ανευθυνότητα, αλλά από στυγνή διάθεση κερδοσκοπίας, από καταβαράθρωση κάθε εσωτερικού πεδίου, από έλλειψη κάθε αισθήματος τιμής, αυτής της τιμής, την οποία κατείχαν, σε άλλες εποχές, ακόμη και οι πιο ταπεινές επιχειρήσεις. (Σε ένα άλλο παράλληλο επίπεδο που εξελίσσεται ταυτόχρονα με την διαδικασία της βιομηχανοποίησης, βρισκόμαστε θεατές της σύγχρονης εξαθλιωτικής «προλεταριοποίησης» και κοινωνικής περιθωριοποίησης της «εργατικής τάξης», του εκφυλισμού αυτών των ανθρώπων που δεν είναι πλέον παρά απλοί «εργασιοπώλες» της εργατικής τους δύναμης, σύγχρονοι δούλοι στα αχόρταγα αφεντικά).

Είπαμε ότι αυτό το φαινόμενο δεν αφορά μόνο στο ηθικό πεδίο. Η αστάθεια, η αποφυγή, η ικανοποιημένη ανευθυνότητα, η αδιάφορη αδιορθωσιά εκδηλώνονται μέχρι τις πλέον ευτελείς καθημερινότητες. Υπόσχεται κάποιος κάτι – να γράψει, να τηλεφωνήσει, να ασχοληθεί μ’ αυτό ή μ’ εκείνο – και δεν το κάνει. Κανείς δεν είναι ακριβής στην ώρα του. Σε ορισμένες βαρύτερες περιπτώσεις, ούτε η ίδια η μνήμη του δεν σώζεται : Ξεχνά, είναι αφηρημένος, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί. Άλλωστε οι ειδικοί επιστήμονες έχουν διαπιστώσει με ακλόνητη βεβαιότητα μιαν εξασθένηση της μνήμης στις νεώτερες γενεές : ένα φαινόμενο που θέλησαν να ερμηνεύσουν με διάφορες περίεργες ή δευτερεύουσες αιτιάσεις, αλλά του οποίου η πραγματική αιτία είναι η τροποποίηση της γενικής περιρρέουσας ατμόσφαιρας, η οποία φαίνεται να προκαλεί αληθινή μεταλλαγή της ψυχικής δομής.

Αν αναλογιστούμε τι έγραψε ο πολύς (Αυστροεβραίος) Όττο Βάϊνινγκερ με ιδιαίτερη επιμονή για τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ ηθικής, λογικής και μνήμης, για την υψηλότερη, όχι καθαρά ψυχολογική, σημασία της μνήμης (– στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του «Φύλλο και Χαρακτήρας» / εδάφιο «Μνήμη , Λογική και Ηθική»- : «η μνήμη βρίσκεται σε στενή σχέση με την ενότητα της προσωπικότητας, εξαιτίας της αντίστασης που προσφέρει στην διασπορά στον χρόνο, στην ροή της διάρκειας. Έχει επίσης ηθική και οντολογική αξία και δεν είναι ασήμαντο στοιχείο ότι μια ιδιαίτερη ενίσχυση της μνήμης αποτέλεσε μέρος των πρακτικών της υψηλής ασκητικής»), τότε καταλαβαίνουμε εύκολα τις βαθύτερες και τραγικές επιπλοκές του φαινομένου της εκλεκτικής και κλιμακούμενης αμνησίας στις νεώτερες γενεές.

Άλλο ένα επιπλέον διαλυτικό στοιχείο, το ψέμα, το αναίτιο ψέμα χωρίς κανένα σκοπό, αποτελεί φυσικά αδιάσπαστο μέρος του «στυλ του εφήμερου ανθρώπου». Εδώ βρισκόμαστε προ ενός στοιχείου ιδιαίτερα «θηλυκού» κι αν κανείς επισημάνει σ’ έναν εκπρόσωπο αυτής της φυλής των εφήμερων ανθρώπων, αυτή του την συμπεριφορά, εκείνος εκπλήσσεται ! Τόσο... φυσική του φαίνεται αυτή η θηλυκή συμπεριφορά του, ή ακόμη πιο συχνά αισθάνεται ότι του επιτίθεσαι και αντιδρά με σχεδόν υστερικό τρόπο. Γιατί δεν θέλουν να «ενοχλούνται» από τίποτα, επιζητούν μόνο να «περνάνε καλά». Ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει τη νεύρωση αυτού του είδους στον κύκλο των κοινωνικών του σχέσεων, ακόμη κι αν επιδείξει ελάχιστη προσοχή, απλά παρατηρώντας γύρω του. Κι όποιος έχει την ανάλογη ηλικία, μπορεί να παρατηρήσει πόσο ορισμένα πρόσωπα, τα οποία είχε την ψευδαίσθηση να θεωρεί φίλους του, σήμερα κατέστησαν κλιμακωτά τελείως αγνώριστα.

Όσον αφορά στον κόσμο των πολιτικών, με τις κομπίνες και την διαφθορά του, στοιχεία βεβαίως που χαρακτήριζαν πάντοτε τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, αλλά που είναι σήμερα ακόμη εμφανέστερα, δεν αξίζει καν τον κόπο να κάνουμε λόγο. Τόσο πολύ «η φυλή του εφήμερου ανθρώπου», ταυτόσημη πέραν κάθε πολιτικής ετικέτας και κόμματος, αναπαύεται στην άθλια μακαριότητά της. Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι, συχνότατα δεν αποτελούν εξαίρεση ούτε εκείνοι που πρεσβεύουν «δεξιές» ιδέες, διότι γι’ αυτούς οι ιδέες αυτές καταλαμβάνουν μία παράμερη θέση, χωρίς άμεση σχέση και αναγκαστική συνέπεια στην υπαρξιακή τους πραγματικότητα. Σε τούτο το χαρακτηριστικό οι «δεξιοί εφήμεροι» είναι ταυτόσημοι με τους «αριστερούς εφήμερους», συμβατικούς και εικονικούς ψευδοαντιπάλους τους. Απλά, συγκριτικά με εκείνους εμφανίζουν σαφώς μιαν αφόρητη ηθική κενότητα, καθώς οι «αριστεροί εφήμεροι» δεν έχουν την αναιδή απρονοησία ούτε κάν να υπαινίσσονται υποκριτικά κάποια παραδοσιακή διάσταση των απόψεών τους, τις οποίες τουλάχιστον έχουν εξ αρχής το ανυπόκριτο θράσος της αμορφωσιάς και την χυδαία αμεσότητα της μάζας, ώστε να τις αποσυνδέουν ολότελα από κάθε στοιχείο ιερότητας και παράδοσης, μεταφράζοντας έτσι την ανεπάρκειά τους σε ειλικρίνεια.

Αντίθετα, αξίζει πολύ περισσότερο να επισημάνουμε κάποια τρέχουσα στις ημέρες μας διαφορά, που εξαπλώνεται μεταξύ των νέων «χειραφετημένων» και «απελευθερωμένων» γενεών, ιδιαίτερα στο σεξουαλικό πεδίο, μια διαφορά η οποία προέρχεται λίγο πολύ από την φερόμενη ως «dolce vita». Δεν αντιστοιχεί σε τίποτε θετικά και δραστικά αντικομφορμιστικό / αντισυμβατικό, δεν πρόκειται για καμιά κατάφαση υψηλότερης ελευθερίας μιας ισχυρότερα εκφρασμένης προσωπικότητας. Πρόκειται μάλλον για μια συναινετική και αδιάφορη απόσυρση, για ένα ακόμη απλό «δε βαριέσαι», για μία παθητικότητα, μία κοινότυπη και ευτελή πτώση στάθμης. Αυτό το στοιχείο της ανέμελης μετάπτωσης του ανθρώπινου ερωτισμού σε μιάν άμορφη αφύσικη μηχανιστική πρακτική (που είναι ολότελα αταίριαστη ακόμα και με τον οιστριολικό ρυθμό των θηλαστικών), ανήκει σε μιά μεγάλη ομάδα από διάφορα αντιφυσικά πράγματα, τα οποία μπορούμε να βρούμε πανεύκολα, όταν εξετάσουμε συστηματικά το αληθινό παρασκήνιο ορισμένων ιδεολογικών ρευμάτων της εποχής μας, που κηρύσσουν την άκριτη σεξουαλική ελευθερία.

Η θέση, όπου έπρεπε να ευρίσκεται ενθρονισμένος ο «Εσωτερικός Άρχων», ώστε να αντιτάσσει τον καθαρό νόμο του είναι του, σε κάθε εξωτερικό νόμο, σε κάθε υποκρισία και κάθε ψέμα, [όπως στην νεότερη σκέψη έθιξαν στα έργα τους οι μεγάλοι στοχαστές: Γιόχαν Κάσπαρ Σμιτ (Μαξ Στίρνερ) - «Ο μοναδικός και το εγώ του» (που μάλιστα θεωρείται αυτάρεσκα από τους μικρόνοες συγχρόνους μας ψευτοεξεγερμένους «αναρχικούς», ως δήθεν κομβικός στοχαστής της αναιμικής θεωρητικής τους ψευδαίσθησης), Φρειδερίκος Νίτσε - «Ο αντίχριστος», «Πέραν του καλού και του κακού», «Χαρούμενη επιστήμη» και Ερίκος Ίψεν - «Αυτοκράτωρ και Γαλιλαίος», «Ενας εχθρός του λαού»], η θέση αυτή είναι στους «εφήμερους ανθρώπους» ολότελα κενή. Ζει ο καθένας τους κινούμενος από μια κεκτημένη ταχύτητα «από μέρα σε μέρα», με ηλίθιο τρόπο κι αυτό είναι όλο! Εξ ου και κατά τις σπάνιες στιγμές της συνειδητοποίησης, ξεχειλίζει η βαθειά αηδία και η αφόρητη πλήξη τους.

Απουσία φυσικής Ιεραρχίας και αληθινών Ηγετών στο εξωτερικό πεδίο, στο πεδίο του Κράτους, καθώς και απουσία εσωτερικής μορφής και δομής στα άτομα. Τα δύο αυτά πράγματα είναι απόλυτα και διαδραστικά αλληλέγγυα, το ένα συνεργεί με το άλλο πολλαπλασιαστικά, μέχρις σημείου να μας κάνουν να σκεπτόμαστε ότι πρόκειται μάλλον για δύο διαφορετικές όψεις ενός μοναδικού φαινομένου των «εξελιγμένων» και δημοκρατικών καιρών μας.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. «Ότι είναι κατώτερο είναι όπως αυτό που είναι ανώτερο, κι αυτό που είναι ανώτερο είναι όπως αυτό που είναι κατώτερο, γιά να διαπράξει τα θαύματα του ενός πράγματος»(«Quod est inferius est sicut quod est superius, et quod est superius est sicut quod est inferius, ad perpetranda miracula rei unius). Αυτή η φράση προέρχεται από την αρχή του «Σμαράγδινου Πίνακα» και αγκαλιάζει ολόκληρο το σύστημα παραδοσιακής και σύγχρονης μαγείας. Σύμφωνα με την Παράδοση χαράχθηκε επάνω στον Πίνακα μ΄αυτήν την κρυπτική κι’ αινιγματική διατύπωση από τον ίδιο τον Ερμή τον Τρισμέγιστο. Θεωρείται ότι η σημασία της κρατάει την κλείδα όλων των μυστηρίων. Επίσης εκτιμάται ότι όλα τα μαγικά συστήματα λειτουργούν μ’ αυτόν τον τύπο. «Αυτό που είναι είναι πάνω είναι το ίδιο μ΄ αυτό που είναι κάτω»… Ο μακρόκοσμος είναι ο ίδιος με τον μικρόκοσμο. Το σύμπαν είναι το ίδιο με τον Θεό, ο Θεός είναι ο ίδιος με τον άνθρωπο, ο άνθρωπος είναι το ίδιο με το κύτταρο, το κύτταρο είναι το ίδιο με το άτομο, το άτομο είναι το ίδιο όπως… και ούτω καθεξής, επ' άπειρον. Αυτό το μήνυμα θεωρητικοποεί την αντίληψη ότι ο άνθρωπος είναι το αντίστοιχο του Θεού στη γη («...κατ’ εικόνα και ομοίωση»), δεδομένου ότι ο Θεός είναι το ανθρώπινο αντίστοιχο στον ουρανό. Επομένως, αποτελεί μια δήλωση μιας αρχαίας πεποίθησης ότι, οι ανθρώπινες ενέργειες στη γη παραλληλίζουν τις ενέργειες του Θεού στον ουρανό («...ως εν ουρανώ και επί της γής»). Αυτή η σύλληψη έχει ως άξονα την πεποίθηση πως «όλα τα πράγματα γεννώνται από το αυτό Ένα με διασκευή.»

[2].Μια συνομιλία του σοφού μάντη – σαμάνου (rishi) Μαρκαντέγια στην Μαχαμπαράτα προσδιορίζει μερικές από τις ιδιότητες της Κάλι Γιούγκα : Σε σχέση με τους κυβερνήτες - οι κυβερνήτες θα γίνουν παράλογοι και θα επιβάλουν φόρους άδικα. Δεν θα βλέπουν πλέον ως καθήκον τους να προωθούν την πνευματικότητα, ή να προστατεύουν τους υπηκόους τους, θα καταστούν απειλή γιά τον κόσμο. Οι άνθρωποι θ΄ αρχίσουν να μεταναστεύουν, αναζητώντας χώρες όπου το στάρι και το κριθάρι αποτελούν τη βασική πηγή τροφής. Στις ανθρώπινες σχέσεις - η πλεονεξία, η φιλαργυρία, ο θυμός κι’ η οργή θάναι συνηθισμένα. Οι άνθρωποι θα επιδείξουν ανοιχτά έχθρα ο ένας προς τον άλλον. Θα εμφανιστεί άγνοια του καθήκοντος του δικαίου (dharma). Οι άνθρωποι θάχουν σκέψεις αναίτιας δολοφονίας και δεν θα βλέπουν τίποτα σφαλερό σ΄αυτή τους τη νοοτροπία. Η ακολασία θ’ αντιμετωπισθεί ως κοινωνικά αποδεκτή κι’ η σεξουαλική επαφή θα θεωρείται ως η κεντρική απαίτηση της ζωής, μ’ αποτέλεσμα ακόμη και 13-16 χρονών κορίτσια να εγκυμονούν. Η αμαρτία θ΄ αυξηθεί εκθετικά, ενώ η αρετή θα εξασθενίσει και θα πάψει ν’ ακμάζει. Οι άνθρωποι θα παίρνουν όρκους μονάχα για να τους σπάσουν κατόπιν πολύ σύντομα. Θα εθιστούν σε τοξικά ποτά και φάρμακα. Οι άνθρωποι θα βρίσκουν τις εργασίες τους αγχωτικές και θ’ αποτραβιώνται γιά να ξεφύγουν από την εργασία. Οι σκιαλύτες δάσκαλοι (Gurus) δεν θάναι πιά σεβαστοί κι’ οι μαθητές τους θα προσπαθούν να τους θίξουν. Οι διδασκαλίες τους θα υβρισθούν κι’ οι οπαδοί της σεξουαλικής επιθυμίας και ικανοποίησης θ’ αποσπάσουν τον έλεγχο του νου απ’ όλα τ’ ανθρώπινα όντα.Οι Βραχμάνοι δεν θάναι σοφοί και τιμημένοι, οι πολεμιστές (Kshatriyas) δεν θάναι γενναίοι, οι κτηνοτρόφοι κι’ έμποροι (Vaishyas) δεν θάναι ακριβοδίκαιοι στις συναλλαγές και οι εργατοτεχνίτες κι’ αγρότες (Shudras) δεν θάναι τίμιοι κι απαλλαγμένοι έπαρσης στα καθήκοντά τους, αλλά και προς τις άλλες κάστες.

[3]. «Ω αδελφοί μου, είμαι λοιπόν σκληρός ; Αλλά λέω : αυτό που πέφτει, πρέπει κάποιος ακόμη πιότερο να σπρώχνει ! Το κάθε τι σήμερα πέφτει κι’ αποσυντίθεται . ποιος θάθελε να το σταματήσει ! Αλλά εγώ, εγώ θέλω ακόμη πιότερο να το σπρώξω. Ξέρετε την ηδονική απόλαυση που κυλά τις πέτρες στ’ απόκρημνα βάθη; Αυτοί οι άνθρωποι του σήμερα – κοιτάξτε λοιπόν πώς κυλούν στα βάθη μου ! Είμαι ένα προοίμιο καλύτερων οργανοπαικτών ω αδελφοί μου ! Ένα παράδειγμα ! Πράξτε σύμφωνα με το παράδειγμά μου ! Κι΄αυτόν που δεν διδάσκετε να πετάξει, διδάξτε τον γιά μενα, να πέσει γρηγορότερα !» («Τάδε έφη Ζαρατούστρα»- LVI. 20)

ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ  Ο  ΦΙΛΟΣ  Tito Fanfulla