Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ











Μέρος 2

Μετάφραση Αγγέλου Βλάχου
Από την «ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΞΥΓΓΡΑΦΗ»



«…Μέ συχνές θυσίες καί αγώνες φροντίσαμε νά μετριάζωμε τούς κόπους της εργασίας καί νά ξεκουράζωμε τό πνεύμα μας. Έχομε ευχάριστη ιδιωτική ο καθένας μας ζωή κ’ η απόλαυσή της αποδιώχνει τήν στενοχώρια. Ή έκταση της κυριαρχίας μας είναι τόσο μεγάλη, ώστε μπορούμε καί φέρνομε από τήν πάσα γη τά πάντα κ’ έτσι χαιρόμαστε τά ξένα αγαθά όσο καί τά δικά μας.

Καί στα πολεμικά πράγματα διαφέρομε από τούς εχθρούς μας. Η πόλη μας είναι φιλόξενη γιά όλους τούς ανθρώπους καί δέν υπάρχει σε μάς νόμος ξενηλασίας πού νά εμποδίζει τον ξένο νά μάθη ή νά δη κάτι πού θα μπορούσε, αν δέν ήταν κρυφό, νά ωφελήση τον εχθρό μας πού θά τό έβλεπε. Και τούτο, επειδή πιστεύομε περισσότερο στην άξια μας παρά σε μυστικές ετοιμασίες καί στρατηγήματα.

Καί στην ανατροφή, ενώ οί εχθροί μας απ’ τά μικρά τους χρόνια υποβάλλονται στην πιό σκληρή εκγύμναση, εμείς έχομε ευχάριστη ζωή, χωρίς γι’ αυτό νά υστερούμε στό νά αντιμετωπίζουμε τούς ίδιους κινδύνους. Καί νά ή απόδειξη. Ποτέ οί Λακεδαιμόνιοι δέν κάνουν, μόνοι τους, επιδρομές εδώ, στή γη μας. Έρχονται πάντα μέ τούς συμμάχους τους. Ενώ εμείς, μόνοι εισβάλλομε σε εχθρικές χώρες καί τις περισσότερες φορές νικούμε εύκολα, σε ξένη γη, εκείνους πού υπερασπίζονται τά ίδια τους τά σπίτια.

Εχθρός μας κανείς δέν έχει, ως τώρα, αντικρύσει, συγκεντρωμένη, ολόκληρη τη δύναμή μας, αφού εμείς καί ναυτικό πρέπει νά επανδρώνωμε καί στρατό νά στέλνωμε σε πολλά μέρη. Αν ό εχθρός συνάντηση κάπου ένα μικρό μέρος τής δύναμής μας, καυχιέται, αν νικήση, πώς κατατρόπωσε ολόκληρο τον στρατό μας. Αν νικηθή, διαδίδει πώς βρέθηκε αντιμέτωπος μέ όλες τις δυνάμεις μας. Άντικρύζομε τούς κινδύνους πρόθυμα κι όχι με βαριά καρδιά. Τούς αντικρύζομε από ανδρεία περισσότερο παρά από υπακοή σε κάποιο νόμο καί τούτο είναι γιά μάς κέρδος μεγάλο, γιατί δέν θλιβόμαστε από πριν γιά τις συμφορές πού ίσως έρθουν, κι όμως, όταν έρθουν, δέν είμαστε λιγότερο γενναίοι από εκείνους πού παιδεύονται αδιάκοπα….»



Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ 2



Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ (2)






«ΤΑΔΕ  ΕΦΗ  ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ»
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΝΙΤΣΕ




Ο Ζαρατούστρας κατηφόρισε μονάχος του απ’ το βουνό, και δεν αντάμωσε κανένα. Μα σαν έφτασε στα στο δάσος αντίκρισε αναπάντεχα ένα γέρο μπροστά του. Εκείνος είχε παρατήσει το ιερό καλύβι του για να συνάξει ρίζες απ’ το δάσος. Κι αυτά είπε ο γέρος στο Ζαρατούστρα:

Ξένος δεν είναι για μέναν αυτός ο οδοιπόρος: κάμποσα χρόνια πιο μπροστά διάβηκε δώθε. Ζαρατούστρα τον έλεγαν. Όμως τώρα τρόμαξα να τον γνωρίσω. Ανέβαζες τότε την τέφρα σου στο βουνό : τώρα θες να μεταλαμπαδεύσεις την φωτιά σου στους κάμπους; Δε σκιάζεσαι την ποινή για τους εμπρηστές;

Ναι, αναγνωρίζω το Ζαρατούστρα. Ξάστερο, είναι το μάτι του και το στόμα του καμιά σιχασιά δεν το παραμορφώνει. Δεν πορεύεται λοιπόν χορεύοντας; Αγνώριστος έγινε ο Ζαρατούστρας, ένα παιδί έγινε ο Ζαρατούστρας, ο Ζαρατούστρας είναι ένας αφυπνισμένος; Και τότε τι γυρεύει κοντά στους κοιμισμένους;

Σάμπως ζούσες στη μοναξιά, καταμεσίς στη θάλασσα κι η θάλασσα σε κράταγε. Αλίμονο σου : Αποφάσισες λοιπόν ν’ αράξεις στη στεριά; Αλίμονο σου, θέλεις να κουβαλάς ο ίδιος το κορμί σου;

Ο Ζαρατούστρα αποκρίθηκε: Αγαπάω τους ανθρώπους!

Είπε τότε ο γέρος:

Γιατί λοιπόν ήρθα στο δάσος και στην ερημιά; Δεν ήρθα επειδή φλογερά αγαπούσα τους ανθρώπους; Τώρα αγαπάω το Θεό δεν αγαπάω τους ανθρώπους. Ο άνθρωπος είναι για μένα κάτι ελαττωματικό. Η αγάπη στον άνθρωπο θα με σκότωνε.

Κι ο Ζαρατούστρας αποκρίθηκε: Γιατί έκανα λόγο γι’ αγάπη; Φέρνω ένα δώρο στους ανθρώπους.

Μην τους δίνεις τίποτα, είπε ο γέρος. Πιο καλά άρπαξέ τους κάτι και κουβάλα το μαζί σου. Αυτό θα τους είναι πιο ευεργετικό, φτάνει να ’ναι καλό και για σένα!

Και σαν θέλεις πάλι να τους δώσεις, τότε μην τους δίνεις παραπάνω από μιαν ελεημοσύνη, κι αυτήν πρώτα περίμενε να στη ζητιανέψουν!

Όχι! Αποκρίθηκε ο Ζαρατούστρας, δε δίνω εγώ ελεημοσύνη. Δεν είμαι τόσο φτωχός, να δίνω μοναχά αυτήν !

Ο άγιος γέλασε με το Ζαρατούστρα κι είπε αυτά:

Κοίταξε το λοιπόν, ν’ αποδεχτούν τους θησαυρούς σου. Δε δίνουν πίστη στους ερημίτες και δεν πιστεύουν ότι πάμε να τους δώσουμε. Το διάβα μας μέσα στους δρόμους αντιλαλεί πολύ αλλόκοτα στ’ αφτιά τους. Κι όμοια όπως η νύχτα, πλαγιασμένοι στα κρεβάτια τους ακούν πολύ πριν απ’ το χάραμα, έναν άνθρωπο να περνάει, αναρωτιόνται: για πού τάχα πορεύεται ο κλέφτης;

Μην πας στους ανθρώπους, μείνε στο δάσος! Πήγαινε καλύτερα με τ’ αγρίμια! Γιατί δε θέλεις κι εσύ σαν και μένα να είσαι -μια αρκούδα μέσα στις αρκούδες, ένα πουλί μέσα στα πουλιά;

Και τι κάνει ο άγιος μέσα στο δάσος; ρώτησε ο Ζαρατούστρας.

Κι ο άγιος αποκρίθηκε: τραγούδια πλαστουργώ και τα τραγουδώ κι όταν τραγούδια πλαστουργώ, γελάω, κλαίω και μουρμουρίζω: μ’ αυτόν τον τρόπο δοξάζω τον Θεό. Με τραγούδι, με κλάμα, με γέλιο, με μουρμουρητό, τον Θεό εγώ υμνώ, που είναι ο Θεός μου ! Όμως εσύ ποιο δώρο μας φέρνεις;

Σαν άκουσε ο Ζαρατούστρας τα λόγια αυτά, χαιρέτησε τον άγιο κι είπε: Τι θα είχα εγώ για να σου δώσω! Παράτα με να φύγω. Λοιπόν, γρήγορα, για να μη σου πάρω και τίποτα!

Κι έτσι αποχωρίστηκαν ο γέρος και ο άνδρας γελώντας, καθώς γελούν δυο παιδιά.

Όμως σαν έμεινε μοναχός ο Ζαρατούστρας, αυτά είπε στην καρδιά του: Είναι ποτέ αυτό δυνατό! Ο άγιος αυτός γέροντας δεν αγροίκησε τίποτα μέσα στο δάσος του : ότι ο Θεός πέθανε!


ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ Η ΗΔΟΝΗ - Β'

Oι Φιλόσοφοι και η Ηδονή


Του αξέχαστου μεγάλου στοχαστή
Παναγιώτη Κονδύλη








Αν λοιπόν επισκοπήσουμε το φάσμα των βασικών φιλοσοφικών τοποθετήσεων απέναντι στην ηδονή και στον πορισμό ηδονής, θα διαπιστώσουμε ότι αυτό σε γενικές γραμμές αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον όποιο τίθεται κοινωνικά το πρόβλημα. Η ισχνότητα του μηδενιστικού ηδονισμού μέσα στη φιλοσοφική παράδοση εκφράζει έμμεσα την ορμή αυτοσυντήρησης της κοινωνίας, η οποία διαισθάνεται με επαρκή σαφήνεια ότι η ολοκληρωτική και άμεση ικανοποίηση όλων των ατόμων θα είχε ως συνέπεια την κατάλυση του κοινωνικού δεσμού ή τον πόλεμο των πάντων εναντίον των πάντων· στην αυστηρή υπεράσπιση του πρωτείου του Λόγου απέναντι σ' όλες τις παραλλαγές της ηδονής διατυπώνεται χωρίς περιστροφές η κοινωνική επιταγή ότι το άτομο οφείλει σε κάθε περίπτωση να υποτάσσει τις προσωπικές του κλίσεις στο γενικό καλό (την απρόσωπη αρετή)· και στην ιεράρχηση των μορφών της ηδονής, έτσι ώστε η ανώτερη ηδονή να συνδέεται με την ηθική ή αισθητική δραστηριότητα και να υποβιβάζεται η «ζωική» ηδονή, αρθρώνεται μιά πιο εύκαμπτη τακτική, δηλαδή ναι μεν αναγνωρίζονται κατ' αρχήν οι ανθρωπολογικές ρίζες της ορμής πορισμού ηδονής καθώς και το δικαίωμα του ατόμου για την ικανοποίηση της, αλλά ακριβώς με βάση την αναγνώριση αυτή ζητείται από τα μέλη της κοινωνίας να διαμορφώσουν τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με τους ισχύοντες υπερατομικούς κανόνες και έτσι να λάβουν εποικοδομητικά μέρος στην κοινωνική ζωή.

Η συγκεκριμένη κατάσταση στον χώρο της ιστορίας των ιδεών οδήγησε συχνά τις δύο τελευταίες από τις τρεις παραπάνω αντιλήψεις σε σύγκρουση μεταξύ τους, συνολικά όμως αυτές κυριαρχούν από κοινού στο ευρύτερο φάσμα της θεολογικής και φιλοσοφικής παράδοσης αποτελώντας τις δύο δυνατές απαντήσεις της ηθικής στο κεντρικό ερώτημα: πώς μπορεί να πειθαρχηθεί κοινωνικά το άτομο; Καθώς το ερώτημα είναι εξ ίσου νευραλγικό για κάθε είδους κοινωνία, τούτη η διάταξη σκέψεων και ιδεών εμφανίζεται σε όλες τις κοινωνίες και σε όλους τους πολιτισμούς, εφ' όσον χρησιμοποιούν τη γλώσσα της θρησκείας ή της φιλοσοφίας.

Στην παγιότητα των θεμάτων του στοχασμού αντανακλώνται τα σταθερά μεγέθη της κοινωνικής και πολιτισμικής ζωής. Και στις παραλλαγές τούτων των θεμάτων γίνονται έκδηλες οι μεταβολές των ιστορικών εποχών ή οι αγώνες στους κόλπους της ίδιας εποχής ή κοινωνίας. Αλλά όσο κι αν παραλλάσσουν τα θέματα, ο λογικός τους πυρήνας παραμένει αναλλοίωτος, αφού η κοινωνική πειθάρχηση των ατόμων πρέπει να διασφαλισθεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, ανεξάρτητα από το ποιός είναι ο σημερινός κυρίαρχος και επίσης ανεξάρτητα από το αν η τωρινή μορφή της κοινωνικής πειθάρχησης, θεωρούμενη σε σύγκριση με μιαν προηγούμενη ή με μιαν άλλη, εγκωμιάζεται ως πραγμάτωση «της» ελευθερίας.

Απόρροια της ίδιας κοινωνικής και πολιτισμικής αναγκαιότητας, στην οποία οφείλεται η παγιότητα τούτων των θεμάτων μέσα στην ιστορία των ιδεών, ήταν και η πρώιμη φιλοσοφική τους επεξεργασία. Πράγματι, τα βρίσκουμε όλα ήδη στους αρχαίους φιλοσόφους, και μάλιστα σε μορφή άμεσα κατανοητή και έκτοτε σχεδόν δεσμευτική για την εννοιολογία μας. Τούτο δεν εξηγείται με την αρχαία ιδιοφυΐα και μόνο, αλλά επίσης, και πρό παντός, με το γεγονός ότι τόσο οι ερωτήσεις όσο και οι απαντήσεις είναι κοινωνικά και πολιτισμικά αναπόδραστες: από τη στιγμή πού τέθηκαν φιλοσοφικά αυτές οι ερωτήσεις, φιλοσοφικά ήσαν δυνατές μόνον αυτές οι απαντήσεις. Βέβαια, οι απαντήσεις διατυπώθηκαν σύμφωνα με τη συγκεκριμένη κατάσταση στον χώρο της ιστορίας των ιδεών και επίσης σύμφωνα με τη συγκεκριμένη θέση και τις ιδιαίτερες ανάγκες όσων καταπιάστηκαν με τέτοια ζητήματα.

Έτσι, ο προσωκρατικός ακόμη έπαινος της ενάρετης αυτοκυριαρχίας, όπως τον συναντούμε π.χ. στις γεμάτες αυτοπεποίθηση ρήσεις του Δημοκρίτου, σχετίζεται στενά με τη γενική πίστη των Ελλήνων φιλοσόφων ότι ανήκουν σε μιά χορεία εκλεκτών. Μέσα στο ελληνικό πολιτισμικό περιβάλλον, το όποιο δεν γνωρίζει τα ιερατεία της Ανατολής, ο φιλόσοφος αισθάνεται ως ο ενδεδειγμένος κι ασυναγώνιστος γνώστης της Αλήθειας και του Καλού· παράλληλα διατείνεται ότι είναι σε θέση να μετουσιώσει τη γνώση του αυτή σε εδραία βιοσοφία.

Ως φιλόσοφος οφείλει πρώτα-πρώτα να είναι σοφός με την αρχαϊκή έννοια του όρου, οφείλει δηλαδή να ζει και ο ίδιος σύμφωνα με τους κανόνες της βιοσοφίας, τους οποίους κηρύσσει, ενσαρκώνοντας με τη βιοπορεία του το φιλοσοφικό του ιδεώδες. Πάντοτε υποτίθεται, και συχνά λέγεται απερίφραστα, ότι μόνον ο σοφός μπορεί, να πραγματώσει τούτο το ιδεώδες επιτυγχάνοντας την απόλυτη αυτοκυριαρχία και παραμένοντας ανώτερος από κάθε ζωική επιδίωξη ηδονής και κάθε σαρκικό πειρασμό: αυτό ακριβώς τον διακρίνει από τον όχλο, πού άγεται και φέρεται από τα κατώτερα ψυχόρμητα.

Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι η αυτοπειθαρχία του σοφού διόλου δεν αποτελεί άσκηση με την κατοπινή χριστιανική έννοια ενός πειθαναγκαστικού πρακτικού πορίσματος βγαλμένου από ορισμένη θεολογική μεταφυσική και ανθρωπολογία. Αντίθετα, θεμελιώνεται σε μιά πραγματιστική στάθμιση των δεδομένων, ότι δηλαδή η άνευ ορών και φραγμών επιδίωξη της ηδονής θα γεννήσει αναγκαστικά πόνο και εν τέλει θα οδηγήσει στην αυτοκαταστροφή. Ο σοφός ακολουθεί τον δρόμο του μετριασμού και του μέτρου, αποζητά απολαύσεις πού μάλλον προάγουν παρά βλάπτουν τη σωματική και ψυχική του υγεία. Η φρόνιμη τήρηση του μέτρου εγγυάται τη διαρκή ευδαιμονία: την πρακτική τούτη αλήθεια μπορεί να την ενστερνισθεί κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από τις λοιπές κοσμοθεωρητικές ή μεταφυσικές του προτιμήσεις. Η ιδέα του μέτρου δέσποσε, σε διάφορες παραλλαγές, στις σπουδαιότερες σχολές της αρχαίας ηθικής. Τόσο αυτή όσο και η συναφής αντίληψη για τη φιλοσοφία ως μεταφυσικά αδέσμευτη βιοσοφία παρέμειναν ενεργές και στο έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Όμως εδώ επισκιάσθηκαν από την ένταξη του ηθικού προβληματισμού σ' ένα περιεκτικότερο και λογικά πρωταρχικό πλαίσιο. Η αρετή ή η νίκη του ενάρετου πάνω στην (κατώτερη) ηδονή δεν αποτελεί πια απλή επιταγή της βιοσοφίας, παρά την πρακτική συγκεκριμενοποίηση της γνώσης του όντως όντος, το όποιο εδρεύει στην υπερβατική σφαίρα του νοητού και συλλαμβάνεται μόνο με τα όργανα της νόησης. Όποιος έγινε μέτοχος αυτής της γνώσης δεν μπορεί πια να αισθανθεί οικειότητα και άνεση στον επιφατικό κόσμο των κατωτέρων ηδονών και αντίστροφα: μόνον η απαγκίστρωση από αυτόν τον κόσμο ανοίγει τον δρόμο της ύψιστης γνώσης.

Η περιφρόνηση του φιλοσόφου για τον όχλο βαθαίνει στον βαθμό πού εδραιώνεται η πεποίθηση του ότι η ροπή προς τη ζωική ηδονή συμβαδίζει με τη μεταφυσική άγνοια, ήτοι την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας. Ο Πλάτων παραλληλίζει την ιεραρχία των μορφών της ηδονής τόσο με την ιεραρχία των ανθρώπινων τύπων όσο και με εκείνη των βαθμίδων του όντος. Ο συνετός φιλόσοφος και τα «βοσκήματα» έχουν εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις για την ηδονή και την βιώνουν εντελώς διαφορετικά, επειδή ο πρώτος έχει αδιάκοπα στυλωμένο το βλέμμα του στο νοητό όντως ον, ενώ η αγέλη φυτοζωεί στον υλικό κόσμο του γίγνεσθαι.

Ωστόσο η γνώση του όντος μέσω του Λόγου και ο Λόγος ως η δύναμη πού κατακτά αυτή τη γνώση δεν μπορούν να ταυτισθούν με την ηδονή, ούτε καν στις ύψιστες και πιο εκλεπτυσμένες μορφές της· παρέχουν βέβαια ηδονή, όμως παραμένουν αυτοτελείς, πέρα και πάνω από κάθε ηδονή. Η ηδονή παραμένει λοιπόν έτσι ή αλλιώς δέσμια στον κόσμο του γίγνεσθαι, και μολονότι η οντολογική μίξη όντος και γίγνεσθαι, όπως την επιχειρεί η διαλεκτική, βρίσκει κάποιαν αντιστοιχία στη μίξη Λόγου και (ανώτερης) ηδονής, ωστόσο στην τελευταία επιτρέπεται να καταλάβει τις έσχατες μόνο βαθμίδες της κλίμακας των πνευματικών αγαθών.

Η μεταφυσική εννοιολογία ασκεί εξ ίσου την έμμεση επήρεια της όταν ο Αριστοτέλης καταπιάνεται να αποδείξει το αντίθετο, ότι δηλαδή Λόγος (αληθινή γνώση), αρετή και ηδονή συνυφαίνονται οργανικά. Έτσι, μεταφράζει την αντίθεση όντος και γίγνεσθαι στην αντίθεση στάσης και κίνησης, για να αντιστρέψει ακολούθως τα πρόσημα σ' ό,τι αφορά την ηδονή. Η ηδονή δεν είναι κίνηση, γιατί η κίνηση παραμένει ως επί το πλείστον ατέλεστη, ενώ η ηδονή εμφαίνει την ολοκλήρωση της δραστηριότητας ή μάλλον αποτελεί δραστηριότητα επιτελούμενη ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κίνηση, όπως π.χ. συμβαίνει με την ευδαιμονία του ακίνητου Θεού.

Όμως η αριστοτελική αποκατάσταση της ηδονής στηρίζεται και σε δύο ακόμη μεταφυσικές προϋποθέσεις. Πρώτον, επικαλείται τη διαπίστωση ότι όλα τα όντα επιδιώκουν την ηδονή, ωστόσο η σημασία της διαπίστωσης αυτής για τη φιλοσοφική θεώρηση δεν προκύπτει τόσο από τον εμπειρικό και συνάμα οικουμενικό της χαρακτήρα, όσο από την πεποίθηση ότι όλα τα οντά μετέχουν του Θείου. Η επιδίωξη της ηδονής μπορεί λοιπόν να συνιστά τη φωνή του Θείου μέσα στα επιμέρους όντα, αλλά υπό τον ορό —και αυτό αποτελεί τη δεύτερη από τις δύο μεταφυσικές προϋποθέσεις— ότι το εκάστοτε ον επιδιώκει την ηδονή εκείνη η οποία ανταποκρίνεται στην ειδοποιό οντολογική του υφή.

Ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον που ως εκ της φύσεως του μπορεί να φθάσει την τελειότητα αποκλειστικά με τον Λόγο και την αρετή, άρα επιτυγχάνει την αληθινή ηδονή και την ευδαιμονία εφ' όσον τελειοποιεί τον εαυτό του και ενεργεί σύμφωνα με τα κελεύσματα του Λόγου και της αρετής. Από τον πλάγιο αυτό δρόμο ξαναγυρίζουμε στην ιεράρχηση των μορφών της ηδονής και στην υποταγή των κατώτερων ηδονών στις ανώτερες.


Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ








Μέρος 1

Μετάφραση Αγγέλου Βλάχου
Από την «ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΞΥΓΓΡΑΦΗ»



Τον ίδιο χειμώνα οί Αθηναίοι οργάνωσαν, κατά την αρχαία συνήθεια, την τελετή τής δημόσιας ταφής των πρώτων νεκρών του πολέμου. Ή ετοιμασία γίνεται με τον εξής τρόπο. Τρεις μέρες πριν από την τελετή κατασκευάζουν μιάν εξέδρα και αποθέτουν εκεί τα οστά των νεκρών. Ο καθένας, αν θέλη, μπορεί να φέρη ένα αφιέρωμα στον δικό του. Όταν έρθη ή στιγμή τής εκφοράς, τοποθετούν φέρετρα κυπαρισσένια επάνω σε αμάξια. 'Ένα φέρετρο γιά κάθε φυλή. Τα οστά του κάθε νεκρού είναι στο φέρετρο τής φυλής του. "Ένα όμως φέρετρο το μεταφέρουν κενό. Είναι των αφανών, εκείνων πού τα σώματα δεν βρέθηκαν. Στην τελετή πηγαίνει όποιος θέλει, είτε πολίτης είτε ξένος. Πηγαίνουν και οι γυναίκες, συγγενείς, πού στέκονται μπροστά στον τάφο και μοιρολογούν. Αποθέτουν τούς νεκρούς στο δημόσιο νεκροταφείο πού βρίσκεται στο ωραιότερο προάστιο τής πόλης. Εκεί θάβουν πάντα τούς νεκρούς τού πολέμου. Μόνη εξαίρεση έκαναν για όσους έπεσαν στον Μαραθώνα. Αυτούς, γιά την εξαιρετική τους ανδρεία, έκριναν πώς έπρεπε να τούς θάψουν στον τόπο τής μάχης. Όταν τούς σκεπάση η γη, ένας πολίτης, ξεχωριστός γιά την άξια του και τα χαρίσματά του, ορισμένος από την Πολιτεία, κάνει τον έπαινο των νεκρών. Έπειτα ο κόσμος φεύγει. Έτσι γίνεται ή ταφή. Όσο βαστούσε ο πόλεμος, κρατούσαν την συνήθεια αυτή κάθε φορά πού έπρεπε. Γιά τους πρώτους νεκρούς τού πολέμου όρισαν να μιλήση ο Περικλής του Ξανθίππου. Όταν ήρθε ή στιγμή προχώρησε από το μνημείο, ανέβηκε σ’ ένα ψηλό βήμα γιά να τον ακούη το συγκεντρωμένο πλήθος και είπε: 



«Οι περισσότεροι από όσους έχουν μιλήσει από το βήμα αύτό, επαινούν τον νομοθέτη πού πρόσθεσε στα άλλα μέρη τής τελετής τήν εκφώνηση λόγου, γιατί θεωρούν πώς είναι ωραίο να γίνεται ο έπαινος των νεκρών τού πολέμου στην ταφή τους. Εγώ τολμώ να πιστεύω πώς άνδρες πού δοξάστηκαν με τε έργα τους, με έργα μόνο θα ταίριαζε να τιμηθούν, έργα όπως ή δημόσια αυτή ετοιμασία πού βλέπετε εδώ, γύρω από τον τάφο τους, και μ’ αυτόν τον τρόπο νε μην κινδυνεύη η δόξα πολλών από την εκτίμηση ενός μόνο ανθρώπου, πού ίσως υστερήση, ίσως υπερβάλη. Δύσκολο είναι να μιλήση κανείς όπως ταιριάζει σε θέμα όπου χρειάζεται κόπος γιά νά γίνη πιστευτή και η απλή αλήθεια. Γιατί ο ευνοϊκός ακροατής, πού ξέρει τά πράγματα, θα θεωρήση τα όσα ακούει κατώτερα από όσα θέλει και περιμένει ν’ ακούση, ενώ ο ακροατής πού δεν τα ξέρει, θα νομίση, από φθόνο, πώς λέγονται υπερβολές αν τύχη κι άκούση κάτι πού είναι ανώτερο από τις δυνάμεις του. Τον έπαινο για τούς άλλους τον ανεχόμαστε τόσο μόνο όσο πιστεύομε πώς κ’ εμείς οι ίδιοι θα μπορούσαμε να τον αξίζωμε. Καθετί πού είναι ανώτερο μας, από φθόνο, δεν το πιστεύομε. Αφού όμως οι παλιοί εθεώρησαν πώς ή συνήθεια είναι σωστή, πρέπει κ’ εγώ να συμμορφωθώ με τον νόμο και να προσπαθήσω να ικανοποιήσω, όσο μπορώ, την επιθυμία και την προσδοκία τού καθενός σας.



Θ’ αρχίσω από τούς προγόνους μας. Δίκαιο και σωστό σε τέτοια ώρα να · τούς κάνωμε την τιμή τής μνήμης. Γιατί από γενιά σε γενιά οι ίδιοι πάντα έζησαν σ’ αυτή τη γη και χάρη στην ανδρεία τους μάς την παράδωσαν ελεύθερη. Έπαινος ταιριάζει ατούς προγόνους μας, αλλά ακόμα μεγαλύτερος στούς πατέρες μας. Εμόχθησαν γιά να προσθέσουν σ’ εκείνα πού κληρονόμησαν την όση εξουσία και δύναμη μάς αφήκαν. Αλλά κ’ εμείς οι ίδιοι, όσοι είμαστε σε ώριμη ηλικία, αυξήσαμε την δύναμη τής πολιτείας και τής δώσαμε απόλυτη αυτάρκεια και σε καιρό ειρήνης και σε πόλεμο. Δεν θα μακρυγορήσω γιά τα πολεμικά κατορθώματα πού μάς έδωσαν την σημερινή μας κυριαρχία ούτε γιά τις επιδρομές, βαρβαρικές ή ελληνικές, πού αποκρούσαμε εμείς και οι πατέρες μας. Αυτά σας είναι γνωστά και θα τα παραλείψω. Αλλά πριν έρθω στον έπαινο των ανδρείων αυτών, θέλω πρώτα να μιλήσω γιά τούς θεσμούς και τις αρχές πού έχομε εφαρμόσει γιά να προσδώσωμε στην πολιτεία το σημερινό της μεγαλείο, γιατί νομίζω πώς σε τέτοια στιγμή ταιριάζει να ειπωθούν αυτά και είναι ωφέλιμο να τ’ ακούσουν όσοι πολίτες ή ξένοι είναι συγκεντρωμένοι εδώ.



Το πολίτευμα πού έχομε σε τίποτε δεν αντιγράφει τα ξένα πολιτεύματα. Αντίθετα, είμαστε πολύ περισσότερο εμείς παράδειγμα γιά τούς άλλους παρά μιμητές τους. Το πολίτευμά μας λέγεται Δημοκρατία, επειδή την εξουσία δεν την ασκούν λίγοι πολίτες, αλλά όλος ο λαός. Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι μπροστά στον νόμο γιά τις ιδιωτικές τους διαφορές.  Για τα δημόσια αξιώματα προτιμώνται εκείνοι πού είναι ικανοί και τα αξίζουν και όχι εκείνοι πού ανήκουν σε μιά ορισμένη τάξη. Κανείς, αν τύχη και δεν έχει κοινωνική θέση ή αν είναι φτωχός, δεν εμποδίζεται γι’ αυτό να υπηρετήση την πολιτεία, αν έχη κάτι άξιο να προσφέρη. Στή δημόσια ζωή μας είμαστε ελεύθεροι, αλλά και στις καθημερινές μας σχέσεις δεν υποβλέπομε ο ένας τον άλλο, δεν θυμώνομε με τον γείτονά μας αν διασκεδάζη και δεν του δείχνομε όψη πειραγμένου πού, αν ίσως δεν τον βλάφτη, όμως τον στενόχωρε!. Αν, ωστόσο, ή αυστηρότητα λείπη από την καθημερινή μας ζωή, στα δημόσια πράγματα, από εσωτερικό σεβασμό, δεν παρανομούμε. Σεβόμαστε τούς άρχοντες, πειθαρχούμε στους νόμους, και, μάλιστα, σε όσους έχουν γίνει γιά να προστατεύουν τούς αδυνάτους και όσους πού, αν και άγραφοι, είναι ντροπή να τούς παραβαίνει κανείς….»


Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ 1




Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑ (1)

                                                         


 

«ΤΑΔΕ  ΕΦΗ  ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ»

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΝΙΤΣΕ

Σαν έγινε ο Ζαρατούστρας τριάντα χρόνων πια, παράτησε την πατρίδα του και τη λίμνη της πατρίδας του κι ανέβηκε στο βουνό. Εκεί ευφράνθηκε από το πνεύμα του κι από τη μοναξιά του, και διαβήκαν δέκα ολάκερα χρόνια χωρίς να στενοχωρηθεί. Στο τέλος όμως, άλλαξε η καρδιά του -και μιαν αυγή μετά το ροδοχάραμα  σηκώθηκε, πορεύθηκε κατά τον ήλιο, κι αυτά τού είπε:


«Ω μεγάλο άστρο! Ποια θα ’ταν η ευτυχία σου, αν δεν είχες αυτούς που φωτίζεις! 

Δέκα χρόνια τώρα ερχόσουν δώθε πάνω στη σπηλιά μου: θα ’χες αποστάσει απ’ το φως σου κι απ’ το δρόμο σου, δίχως εμένα, τον αετό μου και το φίδι μου.

Όμως, την πάσα αυγή σε καρτερούσαμε και σ’ αλαφρώναμε απ’ τα περιττά φορτία σου και σε δοξάζαμε γι’ αυτό!

Και να ’μαι! Ολόγιομος  από τη σοφία μου, ωσάν τη μέλισσα που σύναξε μπόλικο μέλι, κι έχω ανάγκη από χέρια που ν’ απλώνονται σε μένα.

Θα ’θελα να σκορπάω και να προσφέρω ώσπου οι σοφοί από τους ανθρώπους, εύθυμα να χαρούν την τρέλα τους γι’ ακόμα μια φορά, και οι φτωχοί τα πλούτη τους.

Να, γιατί χρέος έχω μες τα μεγάλα βάθη να κατέβω: όπως κι εσύ το βράδυ, πίσω απ’ τις θάλασσες καλπάζεις και κουβαλάς το φως σου και στον κάτω κόσμο, ω άστρο ξέχειλο από πλούτος!

Πρέπει να δύσω σαν κι εσένα, καταπώς λεν οι άνθρωποι που κατεβαίνω ν’ ανταμώσω.

Ευλόγα με λοιπόν, ω γαλήνιο μάτι, με μιαν ευτυχία απέραντη που έχεις τη δύναμη με δίχως φθόνο ν’ αντικρίζεις!

Ευλόγα την κούπα που γυρεύει να ξεχειλίσει και το νερό ολόχρυσο από μέσα της να ξεχυθεί σαν καταρράκτης και την ανταύγεια της ευφροσύνης του ολούθε γύρω να σκορπίσει!

Νάτην η κούπα, αυτή θα ξαναδειάσει κι ο Ζαρατούστρας σε άνθρωπο πάλι θα ξεπέσει!»



Έτσι άρχισε η δύση του Ζαρατούστρα !






ΟΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΗΔΟΝΗ - Α'


Oι Φιλόσοφοι και η Ηδονή



Του αξέχαστου μεγάλου στοχαστή

Παναγιώτη Κονδύλη
 


ΜΕΡΟΣ  Α'




Από την αρχή  της συμβίωσης τους μέσα σε μεγαλύτερες η μικρότερες κοινότητες, και στο φως των συναφών εμπειριών τους, οι άνθρωποι διαπίστωσαν εξ ανάγκης ότι δεν μπορούν να καθορίζουν τη συμπεριφορά τους κατ' αρέσκεια, δίχως δηλαδή να λαμβάνουν υπ' όψη τους τις πράξεις και τις αντιδράσεις των άλλων. Έστω κι αν οι εκάστοτε επιθυμίες των ατόμων πηγάζουν από τα μύχια της ύπαρξης τους, προς τα έξω τους επιτρέπεται να εκδιπλωθούν και να πραγματωθούν μονάχα στο μέτρο και κατά τον τρόπο πού αυτό συμβιβάζεται με όσους κανόνες συμπεριφοράς ρυθμίζουν έτσι ή αλλιώς την επικοινωνία των μελών της δεδομένης ομάδας. Σύμφωνα με την εσωτερική τους λογική, οι κανόνες τούτοι εξαντικειμενικεύονται και πυργώνονται μπροστά στο εξ ορισμού πιο αδύναμο άτομο ως βαθμίδες δικαιοδοσίας θεσπισμένες από τον Θεό ή τη Φύση, αξιώνοντας για τον εαυτό τους —αν θέλουμε να εκφρασθούμε με την ορολογία του Freud— την ισχύ και την περιωπή της αρχής της πραγματικότητας, η οποία έχει ως έργο της να χαλιναγωγεί τις ακαταλόγιστες ή και καταστροφικές εκδηλώσεις της αρχής της ηδονής. 

Καμμιά ανθρώπινη κοινωνία δεν μπόρεσε ίσαμε σήμερα να παραιτηθεί από τη χρήση τέτοιων κανόνων, και το γεγονός αυτό υποδηλώνει από μονό του την αδιάλειπτη ένταση και επήρεια του στοιχείου εκείνου, το οποίο ακριβώς οφείλουν να ανασχέσουν, να ελεγξουν ή να καταπνίξουν οι κανόνες. Η απαίτηση ή η ορμή για ικανοποίηση πέρα από τα όρια που χαράσσουν οι κοινωνικοί κανόνες, και κάποτε μάλιστα πέρα κι από τα όρια πού τίθενται στον άνθρωπο ως πεπερασμένο ον, ελλοχεύει συνεχώς πίσω από την εξωτερικά λίγο-πολύ εύτακτη συμπεριφορά, απ' αυτήν την ορμή ζουν κρυφά όνειρα, απ' αυτήν εκτρέφονται απωθήσεις και νευρώσεις· μερικές φορές μεταρσιώνεται και μεταφράζεται σε έργα του πνεύματος, άλλοτε προσδοκά ανυπόμονα τη στιγμή όπου με στοιχειακό μένος θα αποτινάξει τα δεσμά της και θα παραμερίσει απροσχημάτιστα τους θεσμούς και τις συμβάσεις.

Κάθε εποχή, κάθε πολιτισμός και κάθε κοινωνία πασχίζει να προλάβει παρόμοιους κινδύνους με τον λυσιτελή διακανονισμό ή την κατάλληλη καθοδήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς· ωστόσο τούτος ο διακανονισμός και τούτη η καθοδήγηση ευοδώνονται απόλυτα μονάχα πάνω στο ιδεατό επίπεδο των διακηρυγμένων αρχών ή της ιδεώδους συλλογικής αυτοσυνειδησίας. Στο κατώτερο επίπεδο της καθημερινής πραγματικότητας, το οποίο εκτείνεται πέρα από τον άμεσο έλεγχο των παραπάνω αρχών και πίσω από τα νώτα της παραπάνω αυτοσυνειδησίας, μαίνεται ένας πεισματικός ανταρτοπόλεμος ανάμεσα στην ανάγκη να υπακούσει κανείς στην εσωτερική φωνή της αρχής της ηδονής, επιτυγχάνοντας έτσι την πλήρη ικανοποίηση, και στην προσπάθεια να λάβει υπ' όψη του την αρχή της πραγματικότητας, όπως αυτή αρθρώνεται στους κοινωνικά αναγνωρισμένους κανόνες συμπεριφοράς. Ο ανταρτοπόλεμος αυτός γεννιέται λοιπόν από την αμφίλογη επιθυμία των ατόμων να απολαύσουν τα πλεονεκτήματα και τη σιγουριά που μόνη η κοινωνική ζωή μπορεί να παράσχει, συνάμα όμως να παρακάμψουν κατά δύναμη τους κανόνες της όποτε αυτό τους φαίνεται απαραίτητο προκείμενου να ικανοποιήσουν την ανάγκη πορισμού ηδονής.

Έτσι, οι κανόνες της κοινωνικής ζωής περιφρουρούνται και ταυτόχρονα καταστρατηγούνται — περιφρουρούνται συνήθως όταν τους καταπατούν οι άλλοι και όταν άλλοι ικανοποιούν ανεξέλεγκτα ανάγκες πορισμού ηδονής, ενώ καταστρατηγούνται συνήθως όταν στόχος είναι η οικεία ικανοποίηση. Για τον λόγο αυτό οι κυρίαρχοι κανόνες σε κάθε κοινωνία τηρούνται μόνο κατά προσέγγιση, και η παραβίαση τους μονάχα στις λιγότερες περιπτώσεις τιμωρείται ή μπορεί να τιμωρηθεί με βάση τον νόμο· η κοινωνική και ατομική ζωή κατά μέγα μέρος διαδραματίζονται μέσα στην ευρεία και ως επί το πλείστον αθέατη ζώνη πού βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο άμωμο ηθικό ιδεώδες και στο απροκάλυπτο έγκλημα, και πού την συνιστούν άπειρες προθέσεις και πράξεις κινούμενες από την ανάγκη πορισμού ηδονής. Οι κυρίαρχοι κανόνες συμπεριφοράς αποτελούν πλαίσια προσανατολισμού και αρχές, τις οποίες μπορεί να επικαλεσθεί κανείς — όχι κριτήρια, με βάση τα οποία θα μπορούσαμε να ανασυγκροτήσουμε την κοινωνική ζωή στη συγκεκριμένη της υφή. Αν τους θεωρήσουμε στην ονομαστική τους αξία, τότε διαπιστώνουμε ότι από εποχή σε εποχή, από πολιτισμό σε πολιτισμό και από κοινωνία σε κοινωνία διαφέρουν μεταξύ τους πολύ περισσότερο απ' όσο διαφέρουν οι αντίστοιχοι τρόποι ζωής των ατόμων μέσα στην καθημερινή τους δραστηριότητα. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, επηρεάζουν ουσιαστικά τον εκάστοτε τρόπο ζωής, γιατί συνιστούν τις ιδεατές σταθερές και τα ιδεατά σημεία αναφοράς, από τα οποία αφορμώνται τα άτομα και με τα όποια υποχρεώνονται να έρθουν αντιμέτωπα όποτε λαμβάνει χώρα το εσωτερικό παιγνίδι ή ο εσωτερικός αγώνας των ηθικών διλημμάτων και των πρακτικά απαραίτητων εκλογικεύσεων.

Η κοινωνική ανάσχεση ή ρύθμιση του πορισμού ηδονής συντελείται σε δύο επίπεδα και με δύο τρόπους που ως επί το πλείστον έχουν μεταξύ τους σχέση αμοιβαία συμπληρωματική, συχνά όμως και αντιθετική. Στο επίπεδο των θεσμών φαίνεται γενικά να ευοδώνεται περισσότερο, όταν δημιουργούνται υποκατάστατα για ό,τι απαγορεύεται, είτε με τη διοχέτευση της ορμής προς ηδονή σε κατεύθυνση κοινωνικά χρήσιμη και επιθυμητή είτε με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της δραστηριότητας από την επιδίωξη άμεσου πορισμού ηδονής εντός στενού προσωπικού πλαισίου στην προσπάθεια απόκτησης αγαθών, τα όποια βέβαια παρέχουν κι αυτά προσωπική ικανοποίηση, άρα και ηδονή, όμως δεν κερδίζονται δίχως την προσφορά ορισμένων κοινωνικών υπηρεσιών. Το πρότυπο παράδειγμα για την πρώτη περίπτωση παραμένει ο γάμος και η οικογένεια ως θεσμός πού κατευθύνει τη γενετήσια ορμή σε κοινωνικά σταθμητή και ελέγξιμη τροχιά, καθιστώντας δυνατή την εύτακτη αναπαραγωγή του είδους. Η δεύτερη περίπτωση προκύπτει όταν τα άτομα αφοσιώνονται σε δραστηριότητες άμεσης σημασίας για το κοινωνικό σύνολο (όπως είναι π.χ. οι επαγγελματικές, πολιτικές, στρατιωτικές ή πνευματικές δραστηριότητες), οπότε εκτιμούν συγκριτικά λιγότερο ή και θεωρούν ως εμπόδιο τη «ζωική» ικανοποίηση, εφ' όσον μάλιστα αυτή δεν μπορεί να εμφανισθεί πάντοτε ως υπηρεσία προς τον συνάνθρωπο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις απαιτείται η σύμπραξη του δεύτερου από τα δύο παραπάνω επίπεδα, δηλαδή του ιδεατού ή ιδεολογικού, όπου διαμορφώνονται οι αντιλήψεις εκείνες περί ηδονής και περί απολαύσεως, οι οποίες δικαιώνουν με ηθικά, μεταφυσικά ή και ανθρωπολογικά επιχειρήματα την κοινωνικά αποδεκτή διοχέτευση της επιδίωξης πορισμού ηδονής ή την παραίτηση από την επιδίωξη τούτη. 

Παρόμοιες αντιλήψεις προέρχονται κατά κανόνα από τη θρησκεία ή τη φιλοσοφία και μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο μεγάλες ομάδες, οι οποίες grosso modo αντιστοιχούν στις δύο θεσμικές ρυθμίσεις της ανθρώπινης επιδίωξης πορισμού ηδονής, όπως τις σκιαγραφήσαμε παραπάνω. Με άλλα λόγια: οι θρησκευτικές και φιλοσοφικές αντιλήψεις ή καταπολεμούν τα «ζωικά» ψυχόρμητα γενικά, υπενθυμίζοντας στο άτομο ότι έχει Λόγο (διάβαζε : κοινωνικά καθήκοντα), ή διαφορίζουν και υποδιαιρούν την έννοια της ηδονής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η «ζωική» ηδονή υποτάσσεται στην «ανώτερη» πνευματική και ηθική ηδονή, την ηδονή πού δίνει η αλήθεια ή η αρετή. Στον χώρο της φιλοσοφίας, ο οποίος κυρίως ενδιαφέρει εδώ, εμφανίζεται και μια τρίτη τοποθέτηση απέναντι στην ηδονή και στην επιδίωξη της, τοποθέτηση πού από στατιστική άποψη δεν μετρά πολύ και είναι μάλλον σπάνια μέσα στην ιστορία των ιδεών, ωστόσο κατέχει τέτοια δύναμη κρούσεως και είναι, τόσο επικίνδυνη, ώστε βρίσκεται αδιάκοπα στο επίκεντρο της πολεμικής. Πρόκειται για την απερίφραστη ομολογία πίστεως προς την ηδονή σε όλες της τις μορφές, χωρίς να λογαριάζονται οι κοινωνικοί και ηθικοί διακανονισμοί, οι όποιοι θεωρούνται ως τεχνητά κι αφύσικα δεσμά.